Ο Ορέστης Μακρής υπήρξε μία από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές του ελληνικού θεάτρου και του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Το κοινό τον θυμάται κυρίως από τον ρόλο του «μεθύστακα», έναν τύπο που σφράγισε την καλλιτεχνική του ταυτότητα, χωρίς όμως να εξαντλεί το εύρος του ταλέντου του.
Με σπουδές στη φωνητική, πορεία στην οπερέτα, μεγάλη διαδρομή στην επιθεώρηση και δεκάδες αξέχαστους κινηματογραφικούς ρόλους, ο Μακρής άφησε ισχυρό αποτύπωμα στην ελληνική σκηνή. Η παρουσία του συνδύαζε κωμική ακρίβεια, λαϊκή αμεσότητα και μια σπάνια δραματική ευαισθησία.
Από τη Χαλκίδα στο θέατρο
Ο Ορέστης Μακρής γεννήθηκε στη Χαλκίδα στις 30 Σεπτεμβρίου, με το έτος γέννησής του να καταγράφεται σε διαφορετικές πηγές είτε ως 1898 είτε ως 1899. Από νεαρή ηλικία έδειξε κλίση στη μουσική και σπούδασε φωνητική στο Ωδείο Αθηνών, αποκτώντας τις βάσεις που θα τον οδηγούσαν στην καλλιτεχνική του πορεία.
Το 1925 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη σκηνή ως τενόρος της ελληνικής οπερέτας, στον θίασο της Ροζαλίας Νίκα. Στη συνέχεια συνεργάστηκε και με άλλους θιάσους, όμως η καλλιτεχνική του ταυτότητα άρχισε να ξεχωρίζει πραγματικά όταν πέρασε από την οπερέτα στην επιθεώρηση και στους κωμικούς ρόλους.

Ο ηθοποιός που έδωσε νέα διάσταση στον «μεθύστακα»
Το 1932 ο Μακρής καθιερώθηκε θεατρικά μέσα από τον τύπο του «μπεκρή» ή «μεθύστακα», έναν ρόλο που γνώρισε τεράστια επιτυχία και συνδέθηκε οριστικά με το όνομά του. Η ερμηνεία του δεν στηριζόταν μόνο στο κωμικό στοιχείο. Έδινε στον χαρακτήρα και ανθρώπινο βάθος, παρουσιάζοντας έναν λαϊκό τύπο με αδυναμίες, πίκρα, χιούμορ και αξιοπρέπεια.
Αυτή η ικανότητά του να μετατρέπει έναν φαινομενικά απλό θεατρικό τύπο σε ολοκληρωμένο πρόσωπο ήταν ένας από τους λόγους που αγαπήθηκε τόσο πολύ. Παρά το ότι ο «μεθύστακας» έγινε το σήμα κατατεθέν του, ο ίδιος δεν περιορίστηκε ποτέ μόνο σε τέτοιους ρόλους.

Η επιτυχία στον κινηματογράφο
Ο Ορέστης Μακρής εμφανίστηκε και στον κινηματογράφο, όπου κατάφερε να μεταφέρει την ίδια δύναμη που είχε και στη σκηνή. Η ταινία «Ο Μεθύστακας» του 1950 αποτέλεσε καθοριστικό σταθμό στην καριέρα του και συνέβαλε αποφασιστικά στο να ταυτιστεί με αυτόν τον ρόλο στη συνείδηση του κοινού.
Ωστόσο, η φιλμογραφία του περιλάμβανε πολύ περισσότερα. Ερμήνευσε συχνά αυστηρούς, γκρινιάρηδες ή ιδιόρρυθμους λαϊκούς τύπους, πίσω από τους οποίους άφηνε να φανούν ευαισθησία και ανθρωπιά. Σε ταινίες όπως «Ο γρουσούζης», «Η κάλπικη λίρα», «Η θεία από το Σικάγο», «Η κυρά μας η μαμή» και «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο», απέδειξε πόσο άνετα μπορούσε να κινείται ανάμεσα στο κωμικό και στο δραματικό στοιχείο.
Αυτό ακριβώς τον έκανε ξεχωριστό: δεν ήταν απλώς ένας δημοφιλής ηθοποιός, αλλά ένας ερμηνευτής με έντονη προσωπική σφραγίδα, που μπορούσε να υπηρετήσει διαφορετικά είδη και διαφορετικές αποχρώσεις χαρακτήρων.
Η προσωπική του ζωή
Στην προσωπική του ζωή ο Ορέστης Μακρής ήταν παντρεμένος με τη Βαρβάρα Δαμίγου, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Η οικογένειά του φαίνεται πως είχε σημαντική θέση στη ζωή του, ενώ όσοι έγραψαν γι’ αυτόν τον περιγράφουν ως άνθρωπο μετρημένο, σεμνό και αγαπητό.
Ένα από τα πιο γνωστά στοιχεία που συνόδευσαν τη δημόσια εικόνα του είναι ότι, παρότι ταυτίστηκε όσο λίγοι με τον ρόλο του «μεθύστακα», ο ίδιος δεν είχε σχέση με την εικόνα του ανθρώπου που παραδίνεται στο ποτό. Αυτό ακριβώς έκανε ακόμη πιο εντυπωσιακή την πειστικότητα της ερμηνείας του.
Η θέση του στο ελληνικό θέατρο και σινεμά
Ο Μακρής θεωρείται μία από τις πιο σημαντικές φυσιογνωμίες του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου του 20ού αιώνα. Ξεκίνησε από το λυρικό θέατρο, πέρασε στην επιθεώρηση και τελικά καθιερώθηκε ως ένας ηθοποιός που μπορούσε να υπηρετήσει με την ίδια άνεση τόσο το λαϊκό χιούμορ όσο και το δράμα.
Το κοινό δεν τον αγάπησε μόνο για τις ατάκες ή για τους χαρακτηριστικούς του ρόλους. Τον αγάπησε γιατί έδινε αλήθεια στους χαρακτήρες του. Είτε έπαιζε έναν καλοκάγαθο αλλά δύστροπο γέροντα είτε έναν πληγωμένο άνθρωπο που πνίγει τα βάσανά του στο ποτό, κατάφερνε να κάνει τον θεατή να τον πιστέψει.

Τα τελευταία χρόνια και η κληρονομιά του
Ο Ορέστης Μακρής πέθανε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 1975. Ο θάνατός του σκόρπισε συγκίνηση στον καλλιτεχνικό κόσμο και στο κοινό που τον είχε αγαπήσει μέσα από το θέατρο και τον κινηματογράφο.
Η παρακαταθήκη του, όμως, έμεινε ζωντανή. Οι ταινίες του συνεχίζουν να προβάλλονται, οι ερμηνείες του εξακολουθούν να μνημονεύονται και η μορφή του παραμένει άρρηκτα δεμένη με μια ολόκληρη εποχή της ελληνικής τέχνης.
Ο Ορέστης Μακρής δεν έμεινε στην ιστορία μόνο ως ο αγαπημένος «Μεθύστακας», αλλά ως ένας σπουδαίος ηθοποιός που χάρισε αυθεντικότητα, ήθος και ξεχωριστή προσωπικότητα σε κάθε του εμφάνιση.














