Γιατί στη Θεσσαλονίκη λένε «με λες» αντί για «μου λες»; Αν έχετε βρεθεί έστω και μία φορά στη συμπρωτεύουσα, σίγουρα το έχετε ακούσει. Και ίσως να σας φάνηκε περίεργο. Μήπως είναι λάθος; Μήπως είναι απλώς μια τοπική συνήθεια;
Η αλήθεια είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Και έχει βαθιές ρίζες στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας.
Η φράση που μπερδεύει τους επισκέπτες
Ας το πάρουμε από την αρχή. Στην κοινή νεοελληνική λέμε «μου λες». Δηλαδή χρησιμοποιούμε τη γενική για να δηλώσουμε το έμμεσο αντικείμενο.
Στη Θεσσαλονίκη όμως, θα ακούσετε συχνά «με λες». Το ίδιο και σε άλλες φράσεις, όπως «με έδωσε» αντί για «μου έδωσε».
Για κάποιον που δεν είναι από εκεί, ακούγεται σαν γραμματικό λάθος. Όμως δεν είναι.
Δεν είναι λάθος, είναι γλωσσικό απομεινάρι
Το «με λες» δεν είναι μια τυχαία παραφθορά. Είναι γλωσσικό απομεινάρι της δοτικής πτώσης των αρχαίων ελληνικών.

Στα αρχαία ελληνικά υπήρχε η δοτική, που χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει το έμμεσο αντικείμενο. Με την εξέλιξη της γλώσσας, η δοτική σταδιακά χάθηκε και αντικαταστάθηκε κυρίως από τη γενική.
Σε ορισμένες περιοχές όμως, όπως στη Μακεδονία και ειδικά στη Θεσσαλονίκη, έμειναν ίχνη αυτής της παλαιότερης χρήσης.
Και κάπως έτσι, το «με» επιβίωσε εκεί που αλλού επικράτησε το «μου».
Πώς επηρέασε η ιστορία της πόλης τη γλώσσα
Η Θεσσαλονίκη δεν είναι μια οποιαδήποτε πόλη. Είναι ένα σταυροδρόμι πολιτισμών.
Από τα βυζαντινά χρόνια μέχρι την οθωμανική περίοδο, η πόλη είχε έντονη πολυγλωσσική παρουσία. Ελληνικά, τουρκικά, σεφαραδίτικα, βαλκανικές διάλεκτοι.
Όλες αυτές οι γλωσσικές επιρροές άφησαν το αποτύπωμά τους.
Η τοπική ομιλία διαμορφώθηκε μέσα σε αυτό το περιβάλλον. Έτσι, κάποιες παλαιότερες μορφές διατηρήθηκαν περισσότερο απ’ ό,τι σε άλλες περιοχές της Ελλάδας.
Η καθημερινότητα των Θεσσαλονικέων
Αν μιλήσετε με έναν Θεσσαλονικιό, θα δείτε ότι δεν το σκέφτεται καν. Το «με λες» βγαίνει αυθόρμητα.
Δεν είναι επίτηδες. Δεν είναι «στυλ». Είναι φυσικό κομμάτι της ταυτότητάς του.
Και μάλιστα, πολλοί δεν συνειδητοποιούν καν ότι διαφέρει από την κοινή χρήση.
Μόνο όταν φύγουν από την πόλη και κάποιος τους διορθώσει, καταλαβαίνουν ότι υπάρχει διαφορά.
Γλωσσική ποικιλία και όχι γλωσσικό λάθος
Εδώ είναι το σημαντικό. Η γλώσσα δεν είναι στατική.
Εξελίσσεται. Διαμορφώνεται. Προσαρμόζεται.
Οι τοπικές ιδιωματικές εκφράσεις δεν είναι «λάθος ελληνικά». Είναι κομμάτι της γλωσσικής ποικιλίας.
Το «με λες» είναι ένα ζωντανό παράδειγμα ότι η ελληνική γλώσσα κουβαλάει ιστορία αιώνων.
Και αυτό είναι κάτι που αξίζει να γνωρίζετε.
Γιατί μας εντυπωσιάζουν τέτοιες διαφορές
Ίσως γιατί μεγαλώσαμε με την ιδέα ότι υπάρχει ένας «σωστός» τρόπος να μιλάμε.
Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Κάθε περιοχή έχει τα δικά της γλωσσικά χαρακτηριστικά. Στην Κρήτη θα ακούσετε άλλες ιδιωματικές φράσεις. Στην Κύπρο εντελώς διαφορετικές.
Η Θεσσαλονίκη έχει το «με λες».
Και αυτό την κάνει ακόμη πιο ξεχωριστή.
Η σχέση γλώσσας και ταυτότητας
Η γλώσσα δεν είναι μόνο γραμματική. Είναι ταυτότητα.
Όταν ένας Θεσσαλονικιός λέει «με λες», δεν χρησιμοποιεί απλώς μια διαφορετική αντωνυμία. Εκφράζει, χωρίς να το καταλαβαίνει, μια τοπική κληρονομιά.
Είναι σαν ένα μικρό γλωσσικό σήμα κατατεθέν.
Κάτι που τον συνδέει με την πόλη του και την ιστορία της.
Τελικά, να το λέμε ή όχι;
Αν ζείτε στη Θεσσαλονίκη, πιθανότατα θα συνεχίσετε να το λέτε.
Αν γράφετε επίσημο κείμενο ή βρίσκεστε σε τυπικό περιβάλλον, καλό είναι να χρησιμοποιείτε τη μορφή «μου λες», που θεωρείται η κοινά αποδεκτή.
Στην καθημερινή κουβέντα όμως; Η γλώσσα είναι ζωντανή.
Και δεν χρειάζεται να τη φοβόμαστε.
Τι μας δείχνει αυτή η μικρή διαφορά
Μια απλή φράση, όπως το «με λες», ανοίγει ένα ολόκληρο κεφάλαιο γλωσσολογίας.
Μας θυμίζει ότι η ελληνική γλώσσα έχει τεράστιο βάθος. Ότι κουβαλάει αρχαίες δομές που ακόμα επιβιώνουν, έστω και μεταμορφωμένες.
Και μας δείχνει ότι η Θεσσαλονίκη δεν είναι μόνο μια πόλη με ιστορία, αλλά και μια πόλη με ιδιαίτερη φωνή.
Την επόμενη φορά που θα ακούσετε κάποιον να λέει «με λες», μην βιαστείτε να τον διορθώσετε.
Ίσως, χωρίς να το ξέρει, μόλις σας έκανε ένα μικρό μάθημα ιστορίας της ελληνικής γλώσσας.
Και αυτό έχει τη δική του γοητεία.












