Ο Γιώργος Σουρής υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής σατιρικής ποίησης. Το 1893, τη χρονιά κατά την οποία η Ελλάδα βρέθηκε ξανά αντιμέτωπη με πτώχευση επί πρωθυπουργίας Χαρίλαου Τρικούπη, η πένα του σχολίαζε με τον γνώριμο καυστικό τρόπο τα οικονομικά και πολιτικά προβλήματα της εποχής.
Οι στίχοι που έγιναν γνωστοί με τον τίτλο «Δυστυχία σου Ελλάς» σατιρίζουν το κράτος, τη γραφειοκρατία, την οικονομική κατάσταση αλλά και συμπεριφορές της ελληνικής κοινωνίας. Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, εξακολουθούν να αναδημοσιεύονται και να προκαλούν συζητήσεις για τις ομοιότητες και τις διαφορές ανάμεσα στην Ελλάδα της εποχής του Σουρή και τη σύγχρονη χώρα.
Η Ελλάδα της πτώχευσης του 1893
Το 1893 ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη χρονιά για τα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας. Η χώρα αδυνατούσε να εξυπηρετήσει κανονικά το εξωτερικό της χρέος και οδηγήθηκε σε πτώχευση κατά την πρωθυπουργία του Χαρίλαου Τρικούπη.
Δεν επρόκειτο, πάντως, για την πρώτη ελληνική αδυναμία αποπληρωμής χρέους, όπως συχνά αναφέρεται σε αναδημοσιεύσεις του ποιήματος. Η Ελλάδα είχε αντιμετωπίσει αντίστοιχο πρόβλημα ήδη από τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του ελληνικού κράτους.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα πρόσφερε άφθονο υλικό στον Σουρή, ο οποίος είχε κάνει τη σάτιρα της δημόσιας ζωής κεντρικό στοιχείο του έργου του.
Η σάτιρα του Γιώργου Σουρή
Στη γνωστή εκδοχή των στίχων, ο Σουρής σχολιάζει ένα κράτος που ξοδεύει περισσότερα από όσα εισπράττει, τη γραφειοκρατία, τους πολιτικούς αλλά και τον ίδιο τον πολίτη. Η σάτιρά του δεν περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά στρέφεται ευρύτερα σε νοοτροπίες και συμπεριφορές της εποχής του.
Η συγκεκριμένη εκδοχή έγινε ευρύτερα γνωστή και μέσα από τη μελοποίησή της από τον Γιάννη Ζουγανέλη, η οποία κυκλοφόρησε το 2012.
Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;
Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά ‘χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;
Νά ‘χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;
Όλα σ’ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τι λέγεται ντροπή.
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον Ευρωπαίο.
Στα δυο φορώντας τα πόδια που ‘χει
στο ‘να λουστρίνι, στ’ άλλο τσαρούχι.
Σουλούπι, μπόι, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαριέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.
Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ω Ελλάς, ηρώων χώρα,
τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα;
Ποιος ήταν ο Γιώργος Σουρής;
Ο Γεώργιος Σουρής γεννήθηκε το 1853 στην Ερμούπολη της Σύρου και πέθανε το 1919. Υπήρξε ποιητής, δημοσιογράφος και εκδότης και έγινε ιδιαίτερα γνωστός για την πολιτική και κοινωνική του σάτιρα.
Το 1883 άρχισε να εκδίδει τον σατιρικό «Ρωμηό», μια εβδομαδιαία εφημερίδα γραμμένη σε στίχους, μέσα από την οποία σχολίαζε πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις της ελληνικής δημόσιας ζωής. Η έκδοσή της συνεχίστηκε για περισσότερες από τρεις δεκαετίες.
Η δύναμη της γραφής του βρισκόταν στο ότι δεν περιοριζόταν μόνο στους πολιτικούς. Στο στόχαστρό του έμπαιναν συχνά και οι συμπεριφορές των απλών πολιτών, η γραφειοκρατία, οι κοινωνικές αντιφάσεις και η προσπάθεια της Ελλάδας της εποχής του να ισορροπήσει ανάμεσα στην παράδοση και τον ευρωπαϊκό εκσυγχρονισμό.
Η μελοποίηση από τον Γιάννη Ζουγανέλη
Οι συγκεκριμένοι σατιρικοί στίχοι απέκτησαν νέα ζωή όταν μελοποιήθηκαν από τον Γιάννη Ζουγανέλη. Η μελοποιημένη εκδοχή κυκλοφόρησε το 2012, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα βρισκόταν ξανά στο επίκεντρο μιας μεγάλης οικονομικής κρίσης.
Στην ηχογράφηση συμμετείχαν γνωστοί Έλληνες ερμηνευτές και μουσικοί, μεταφέροντας τη σάτιρα του Σουρή από την Ελλάδα του 19ου αιώνα στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι.
Αυτό ίσως εξηγεί και γιατί οι συγκεκριμένοι στίχοι εξακολουθούν να επιστρέφουν στη δημόσια συζήτηση: δεν περιγράφουν μόνο ένα ιστορικό οικονομικό επεισόδιο, αλλά αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα του τρόπου με τον οποίο ο Σουρής παρατηρούσε και σατίριζε την κοινωνία στην οποία ζούσε.












