Η ανάκλαση του φωτός είναι ο λόγος που βλέπουμε το είδωλό μας στον καθρέφτη, τα δέντρα να καθρεφτίζονται σε μια ήρεμη λίμνη και τον δρόμο πίσω μας μέσα από τα καθρεφτάκια του αυτοκινήτου. Είναι ένα από τα βασικότερα φαινόμενα της οπτικής και συμβαίνει συνεχώς γύρω μας.
Με απλά λόγια, ανάκλαση έχουμε όταν το φως συναντά μια επιφάνεια και ένα μέρος του αλλάζει κατεύθυνση επιστρέφοντας προς το μέσο από το οποίο προήλθε. Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αυτή η αλλαγή ακολουθεί έναν πολύ συγκεκριμένο νόμο.
Τι ακριβώς συμβαίνει όταν το φως ανακλάται;
Όταν μια φωτεινή ακτίνα φτάνει σε μια επιφάνεια, μπορεί να συμβούν διαφορετικά πράγματα. Ένα μέρος του φωτός μπορεί να ανακλαστεί, ένα άλλο να απορροφηθεί από το υλικό και, αν η επιφάνεια είναι διαφανής ή ημιδιαφανής, ένα μέρος μπορεί να περάσει μέσα από αυτή.
Στην ανάκλαση του φωτός, μας ενδιαφέρει το τμήμα του φωτός που αλλάζει κατεύθυνση και επιστρέφει. Αυτό συμβαίνει τόσο στους καθρέφτες όσο και σε πολλές επιφάνειες που δεν θεωρούμε ιδιαίτερα γυαλιστερές, όπως ένα φύλλο χαρτιού ή ένας τοίχος.
Ποιος είναι ο νόμος της ανάκλασης;
Ο βασικός νόμος της ανάκλασης είναι απλός: η γωνία πρόσπτωσης είναι ίση με τη γωνία ανάκλασης.
Υπάρχει όμως μια σημαντική λεπτομέρεια. Οι δύο γωνίες δεν μετρώνται από την επιφάνεια του καθρέφτη. Μετρώνται από μια νοητή γραμμή κάθετη στην επιφάνεια, ακριβώς στο σημείο όπου πέφτει η φωτεινή ακτίνα. Η γραμμή αυτή ονομάζεται κάθετη ή normal στην ορολογία της οπτικής.
- Γωνία πρόσπτωσης: η γωνία ανάμεσα στην ακτίνα που φτάνει στην επιφάνεια και στην κάθετη.
- Γωνία ανάκλασης: η γωνία ανάμεσα στην ανακλώμενη ακτίνα και στην ίδια κάθετη.
Αν, για παράδειγμα, η ακτίνα προσπίπτει με γωνία 30 μοιρών ως προς την κάθετη, τότε ανακλάται επίσης με γωνία 30 μοιρών ως προς την κάθετη.
Γιατί βλέπουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη;
Για να δούμε ένα αντικείμενο, πρέπει φως από αυτό να φτάσει στα μάτια μας. Όταν στεκόμαστε μπροστά σε έναν επίπεδο καθρέφτη, φως που προέρχεται ή ανακλάται από το πρόσωπό μας φτάνει στον καθρέφτη και στη συνέχεια ανακλάται προς τα μάτια μας.
Ο εγκέφαλός μας αντιλαμβάνεται τις ανακλώμενες ακτίνες σαν να προέρχονται από ένα σημείο πίσω από τον καθρέφτη. Έτσι σχηματίζεται αυτό που στη Φυσική ονομάζεται φανταστικό είδωλο.
Σε έναν επίπεδο καθρέφτη, το είδωλο φαίνεται να βρίσκεται τόσο πίσω από τον καθρέφτη όσο βρίσκεται το πραγματικό αντικείμενο μπροστά του. Αν δηλαδή στεκόμαστε ένα μέτρο μπροστά από τον καθρέφτη, το είδωλο φαίνεται περίπου ένα μέτρο πίσω από την επιφάνειά του.
Κατοπτρική και διάχυτη ανάκλαση: ποια είναι η διαφορά;
Δεν ανακλούν όλες οι επιφάνειες το φως με τον ίδιο τρόπο. Η μορφή της επιφάνειας καθορίζει αν θα δούμε καθαρό είδωλο ή απλώς φως που διασκορπίζεται προς πολλές κατευθύνσεις.
Κατοπτρική ανάκλαση
Σε μια πολύ λεία επιφάνεια, όπως ένας καθρέφτης, οι φωτεινές ακτίνες ανακλώνται με οργανωμένο τρόπο. Έτσι διατηρείται η γεωμετρική σχέση μεταξύ τους και μπορεί να σχηματιστεί ευκρινές είδωλο.
Παρόμοιο αποτέλεσμα μπορεί να δώσει η ήρεμη επιφάνεια μιας λίμνης ή μιας πισίνας. Γι’ αυτό, όταν το νερό είναι σχεδόν ακίνητο, μπορεί να λειτουργήσει σαν φυσικός καθρέφτης.
Διάχυτη ανάκλαση
Σε μια τραχιά επιφάνεια, οι μικρές ανωμαλίες έχουν διαφορετικό προσανατολισμό. Κάθε ακτίνα εξακολουθεί τοπικά να υπακούει στον νόμο της ανάκλασης, όμως οι ακτίνες καταλήγουν να κατευθύνονται προς πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις.
Έτσι δεν σχηματίζεται καθαρό είδωλο. Η διάχυτη ανάκλαση είναι όμως εξαιρετικά σημαντική, επειδή χάρη σε αυτή μπορούμε να βλέπουμε ένα βιβλίο, έναν τοίχο, τα ρούχα ή τα περισσότερα αντικείμενα γύρω μας από πολλές διαφορετικές θέσεις.

Γιατί η λεία επιφάνεια δημιουργεί καθαρότερο είδωλο;
Για να δημιουργηθεί ευκρινές είδωλο, οι φωτεινές ακτίνες πρέπει να ανακλώνται με πολύ οργανωμένο τρόπο. Αυτό συμβαίνει όταν η ανακλαστική επιφάνεια είναι εξαιρετικά λεία σε σχέση με το μήκος κύματος του φωτός.
Αν η επιφάνεια έχει ατέλειες, σκόνη, θαμπάδα ή έντονες γρατζουνιές, μέρος του φωτός διασκορπίζεται και η ποιότητα της εικόνας μειώνεται. Γι’ αυτό ένας καθαρός και άθικτος καθρέφτης προσφέρει σαφέστερο είδωλο.

Από τι αποτελείται ένας συνηθισμένος καθρέφτης;
Το γυαλί που βλέπουμε στην μπροστινή πλευρά ενός συνηθισμένου καθρέφτη δεν είναι συνήθως το βασικό ανακλαστικό υλικό. Πίσω από αυτό βρίσκεται μια λεπτή μεταλλική ανακλαστική επίστρωση.
Παραδοσιακά χρησιμοποιήθηκε ευρέως το ασήμι, ενώ το αλουμίνιο χρησιμοποιείται επίσης σε πολλές εφαρμογές. Το γυαλί λειτουργεί κυρίως ως διαφανές προστατευτικό στρώμα και προσφέρει μια λεία επιφάνεια πάνω από την ανακλαστική επίστρωση.
Σε ειδικά οπτικά όργανα υπάρχουν και καθρέφτες στους οποίους η ανακλαστική επίστρωση βρίσκεται στην μπροστινή επιφάνεια, ώστε το φως να μην περνά πρώτα μέσα από γυαλί.

Πώς αλλάζει η εικόνα στους κυρτούς και κοίλους καθρέφτες;
Ο νόμος της ανάκλασης ισχύει και στους καμπύλους καθρέφτες. Επειδή όμως η επιφάνειά τους αλλάζει προσανατολισμό από σημείο σε σημείο, οι φωτεινές ακτίνες κατευθύνονται διαφορετικά και το είδωλο μπορεί να αλλάξει σε μέγεθος και μορφή.
Κυρτοί καθρέφτες
Οι κυρτοί καθρέφτες καμπυλώνουν προς τα έξω. Δίνουν μεγαλύτερο οπτικό πεδίο από έναν επίπεδο καθρέφτη ίδιου μεγέθους, γι’ αυτό χρησιμοποιούνται σε καθρεφτάκια οχημάτων, σε καταστήματα και σε σημεία όπου χρειάζεται ευρύτερη θέαση.
Το είδωλο που δημιουργούν είναι όρθιο και μικρότερο από το πραγματικό αντικείμενο. Αυτός είναι και ο λόγος που τα αντικείμενα σε έναν κυρτό καθρέφτη μπορεί να φαίνονται πιο μακριά από όσο πραγματικά βρίσκονται.
Κοίλοι καθρέφτες
Οι κοίλοι καθρέφτες καμπυλώνουν προς τα μέσα και μπορούν να συγκεντρώνουν τις ανακλώμενες ακτίνες. Το είδωλο που σχηματίζεται εξαρτάται από την απόσταση του αντικειμένου από τον καθρέφτη.
Όταν ένα αντικείμενο βρίσκεται αρκετά κοντά, ένας κοίλος καθρέφτης μπορεί να δώσει όρθιο και μεγεθυμένο είδωλο. Γι’ αυτό χρησιμοποιείται, για παράδειγμα, σε ορισμένους καθρέφτες μακιγιάζ ή ξυρίσματος.
Πώς χρησιμοποιείται η ανάκλαση στα αυτοκίνητα;
Οι καθρέφτες των αυτοκινήτων αξιοποιούν την ανάκλαση για να δίνουν στον οδηγό εικόνα του χώρου πίσω και δίπλα από το όχημα. Ο εσωτερικός καθρέφτης είναι συνήθως επίπεδος, ενώ σε πλαϊνούς καθρέφτες μπορεί να χρησιμοποιείται κυρτή επιφάνεια για μεγαλύτερο οπτικό πεδίο.
Το μεγαλύτερο πεδίο θέασης μπορεί να βοηθήσει στον περιορισμό των τυφλών σημείων. Υπάρχει όμως ένα αντάλλαγμα: επειδή ο κυρτός καθρέφτης κάνει τα είδωλα μικρότερα, επηρεάζει και την αντίληψη της απόστασης.
Γιατί βλέπουμε καθρεφτισμούς στο νερό;
Μια ήρεμη επιφάνεια νερού μπορεί να συμπεριφερθεί παρόμοια με έναν καθρέφτη και να δημιουργήσει αναγνωρίσιμο είδωλο του ουρανού, των δέντρων ή των κτιρίων γύρω της.
Όταν όμως φυσάει και δημιουργούνται κυματισμοί, η επιφάνεια παύει να έχει έναν ενιαίο προσανατολισμό. Το φως ανακλάται προς διαφορετικές κατευθύνσεις και η εικόνα παραμορφώνεται ή χάνεται.
Είναι η ανάκλαση το ίδιο με τη διάθλαση;
Όχι. Στην ανάκλαση, το φως αλλάζει κατεύθυνση και επιστρέφει προς το μέσο από το οποίο προήλθε. Στη διάθλαση, το φως περνά από ένα υλικό σε ένα άλλο και αλλάζει κατεύθυνση επειδή αλλάζει η ταχύτητα διάδοσής του.
Για παράδειγμα, η εικόνα μας σε έναν καθρέφτη οφείλεται κυρίως στην ανάκλαση, ενώ ένα καλαμάκι που μοιάζει «σπασμένο» μέσα σε ένα ποτήρι νερό είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα διάθλασης.
Γιατί η ανάκλαση του φωτός είναι τόσο σημαντική;
Χωρίς την ανάκλαση δεν θα λειτουργούσαν μόνο οι καθρέφτες. Το μεγαλύτερο μέρος των αντικειμένων γύρω μας γίνεται ορατό επειδή ανακλά προς τα μάτια μας φως που προέρχεται από τον Ήλιο, μια λάμπα ή κάποια άλλη φωτεινή πηγή.
Η ίδια βασική αρχή αξιοποιείται σε καθρέφτες αυτοκινήτων, τηλεσκόπια, οπτικά όργανα, συστήματα φωτισμού και πολλές ακόμη εφαρμογές. Ένας απλός νόμος της Φυσικής εξηγεί έτσι από το είδωλό μας στον καθρέφτη μέχρι την εικόνα του ουρανού πάνω σε μια ήρεμη λίμνη.
Πηγές:












