Η διατροφή μπορεί να αποτελεί μέρος ενός τρόπου ζωής που συμβάλλει στη μείωση του κινδύνου καρκίνου του μαστού, αλλά καμία μεμονωμένη τροφή δεν μπορεί να αποτρέψει ή να «σκοτώσει» τον καρκίνο. Η νόσος έχει πολλούς παράγοντες κινδύνου και αρκετοί, όπως η ηλικία, η οικογενειακή ιστορία και ορισμένες κληρονομικές μεταλλάξεις, δεν μπορούν να αλλάξουν.
Αυτό που δείχνουν τα καλύτερα διαθέσιμα στοιχεία είναι ότι μεγαλύτερη σημασία έχει το συνολικό πρότυπο ζωής: υγιεινή διατροφή, σωματική δραστηριότητα, διατήρηση υγιούς βάρους και όσο το δυνατόν μικρότερη κατανάλωση αλκοόλ.
Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν τον κίνδυνο;
Ο καρκίνος του μαστού είναι η συχνότερη μορφή καρκίνου στις γυναίκες παγκοσμίως. Ο κίνδυνος αυξάνεται με την ηλικία και επηρεάζεται από πολλούς γενετικούς, ορμονικούς, αναπαραγωγικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες.
Η οικογενειακή ιστορία και κληρονομικές μεταλλάξεις, όπως ορισμένες μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA1 και BRCA2, μπορούν να αυξήσουν σημαντικά τον κίνδυνο. Ωστόσο, οι περισσότερες γυναίκες που εμφανίζουν καρκίνο του μαστού δεν έχουν γνωστό οικογενειακό ιστορικό.
Στους τροποποιήσιμους παράγοντες περιλαμβάνονται η κατανάλωση αλκοόλ, η σωματική αδράνεια και, ιδιαίτερα μετά την εμμηνόπαυση, το αυξημένο σωματικό βάρος. Το κάπνισμα έχει επίσης συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο.
Μπορεί η διατροφή από μόνη της να προλάβει τον καρκίνο του μαστού;
Όχι. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη τροφή, βιταμίνη ή συμπλήρωμα που να έχει αποδειχθεί ότι προλαμβάνει από μόνο του τον καρκίνο του μαστού.
Η έρευνα υποστηρίζει περισσότερο ένα συνολικό υγιεινό διατροφικό πρότυπο παρά τη λογική των λεγόμενων «αντικαρκινικών τροφών». Το World Cancer Research Fund προτείνει διατροφή πλούσια σε λαχανικά, φρούτα, όσπρια και δημητριακά ολικής άλεσης, μαζί με περιορισμό τροφών υψηλής ενεργειακής πυκνότητας, ζαχαρούχων ποτών, κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος.
Αυτές οι επιλογές δεν προσφέρουν εγγύηση ότι κάποιος δεν θα εμφανίσει τη νόσο. Μπορούν όμως να αποτελέσουν μέρος ενός συνολικού τρόπου ζωής που συνδέεται με χαμηλότερο κίνδυνο αρκετών μορφών καρκίνου.
Ποιες τροφές αξίζει να αποτελούν τη βάση της διατροφής;
Τα πιο σταθερά διατροφικά μηνύματα δεν αφορούν ένα συγκεκριμένο φρούτο ή λαχανικό, αλλά ένα πρότυπο με πολλές φυτικές τροφές και ποικιλία.
Λαχανικά και φρούτα
Τα λαχανικά και τα φρούτα προσφέρουν φυτικές ίνες, βιταμίνες, μέταλλα και πολλές διαφορετικές φυτικές ενώσεις. Μπορούν να αποτελούν σημαντικό μέρος μιας υγιεινής διατροφής χωρίς να χρειάζεται να χαρακτηρίζουμε κάποιο συγκεκριμένο είδος ως «αντικαρκινικό».
Μπρόκολο, κουνουπίδι, πράσινα φυλλώδη λαχανικά, πιπεριές, ντομάτες, μούρα, μήλα και εσπεριδοειδή μπορούν όλα να συνεισφέρουν στην ποικιλία της διατροφής.
Δημητριακά ολικής άλεσης και όσπρια
Βρώμη, κριθάρι, ψωμί και ζυμαρικά ολικής άλεσης, φασόλια, φακές και ρεβίθια είναι σημαντικές πηγές φυτικών ινών.
Μια διατροφή πλούσια σε τέτοιες τροφές μπορεί επίσης να βοηθήσει στη διαχείριση του σωματικού βάρους, κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία για τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού μετά την εμμηνόπαυση.
Ξηροί καρποί, σπόροι και ακόρεστα λιπαρά
Ξηροί καρποί, σπόροι και ελαιόλαδο μπορούν να αποτελούν μέρος ενός υγιεινού διατροφικού προτύπου. Δεν έχει όμως αποδειχθεί ότι τα συγκεκριμένα τρόφιμα προστατεύουν μεμονωμένα από τον καρκίνο του μαστού.
Ψάρι
Τα ψάρια μπορούν επίσης να ενταχθούν σε μια ισορροπημένη διατροφή. Τα λιπαρά ψάρια, όπως οι σαρδέλες, το σκουμπρί και ο σολομός, αποτελούν πηγές ω-3 λιπαρών οξέων.
Τα ω-3 έχουν σημαντικό ρόλο στη διατροφή, αλλά δεν είναι σωστό να παρουσιάζονται ως αποδεδειγμένη θεραπεία ή ως ειδικός «φραγμός» κατά του καρκίνου του μαστού.
Τι ισχύει για τα «αντιοξειδωτικά» τρόφιμα;
Ο όρος «αντιοξειδωτικό» χρησιμοποιείται συχνά με τρόπο που δημιουργεί την εντύπωση ότι όσο περισσότερα αντιοξειδωτικά τρώμε τόσο περισσότερο προστατευόμαστε από τον καρκίνο. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Φρούτα, λαχανικά, όσπρια και ξηροί καρποί περιέχουν πολλές θρεπτικές και φυτικές ενώσεις και είναι καλές επιλογές στο πλαίσιο μιας ισορροπημένης διατροφής. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα αντιοξειδωτικά τους εξουδετερώνουν με βεβαιότητα τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκινικών κυττάρων.
Επίσης, τα συμπληρώματα αντιοξειδωτικών δεν πρέπει να θεωρούνται υποκατάστατο μιας ισορροπημένης διατροφής. Το WCRF δεν συστήνει συμπληρώματα διατροφής για την πρόληψη του καρκίνου.
Το αλκοόλ είναι ένας από τους σαφέστερους διατροφικούς παράγοντες κινδύνου
Αν υπάρχει ένα σημείο όπου η τεκμηρίωση είναι ιδιαίτερα ισχυρή, αυτό είναι το αλκοόλ. Η κατανάλωσή του αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού τόσο πριν όσο και μετά την εμμηνόπαυση.
Δεν αφορά μόνο τη «βαριά» κατανάλωση. Για τον καρκίνο του μαστού δεν έχει προσδιοριστεί επίπεδο κατανάλωσης αλκοόλ που να θεωρείται χωρίς κίνδυνο. Όσο λιγότερο πίνει κάποιος τόσο μικρότερος είναι ο σχετικός κίνδυνος, ενώ από πλευράς πρόληψης καρκίνου η αποφυγή του προσφέρει τη μεγαλύτερη μείωση έκθεσης.
Γιατί έχει σημασία το σωματικό βάρος;
Η σχέση ανάμεσα στο βάρος και τον καρκίνο του μαστού είναι πιο σύνθετη από ένα απλό «περισσότερο βάρος σημαίνει μεγαλύτερος κίνδυνος» σε όλες τις ηλικίες.
Μετά την εμμηνόπαυση, όμως, η αύξηση βάρους στην ενήλικη ζωή και το υπερβάλλον σωματικό βάρος συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του μαστού. Γι’ αυτό η διατήρηση ενός υγιούς βάρους αποτελεί βασική σύσταση πρόληψης.
Η διατροφή βοηθά εδώ έμμεσα: περισσότερες φυτικές τροφές πλούσιες σε φυτικές ίνες και λιγότερα πολύ επεξεργασμένα, ενεργειακά πυκνά τρόφιμα μπορούν να διευκολύνουν τη μακροχρόνια διαχείριση του βάρους.
Και η σωματική δραστηριότητα;
Η πρόληψη δεν αφορά μόνο το φαγητό. Υπάρχουν ισχυρά στοιχεία ότι η σωματική δραστηριότητα μειώνει τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού, ιδιαίτερα μετά την εμμηνόπαυση.
Το World Cancer Research Fund προτείνει να είμαστε δραστήριοι στην καθημερινότητα, να κινούμαστε περισσότερο και να περιορίζουμε τον χρόνο καθιστικής ζωής. Για τους περισσότερους ενήλικες, ένας πρακτικός στόχος είναι τουλάχιστον 150 λεπτά μέτριας έντασης σωματικής δραστηριότητας την εβδομάδα, εφόσον η κατάσταση υγείας το επιτρέπει.
Πρέπει να αποφεύγουμε το κόκκινο και επεξεργασμένο κρέας;
Οι διεθνείς συστάσεις πρόληψης καρκίνου προτείνουν περιορισμό του κόκκινου κρέατος και κατανάλωση ελάχιστου, αν όχι καθόλου, επεξεργασμένου κρέατος.
Η ισχυρότερη τεκμηρίωση για τα επεξεργασμένα κρέατα αφορά κυρίως τον καρκίνο του παχέος εντέρου και όχι ειδικά τον καρκίνο του μαστού. Επομένως δεν είναι σωστό να λέμε ότι τα λουκάνικα ή το μπέικον προκαλούν ειδικά καρκίνο του μαστού λόγω των κορεσμένων λιπαρών τους.
Παρόλα αυτά, η αντικατάσταση μέρους του κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος με όσπρια, ψάρι ή άλλες θρεπτικές πηγές πρωτεΐνης ταιριάζει σε ένα συνολικά υγιεινό διατροφικό πρότυπο.
Η ζάχαρη «ταΐζει» τον καρκίνο;
Η απλή ιδέα ότι η ζάχαρη «ταΐζει τον καρκίνο» και επομένως πρέπει να αφαιρεθεί πλήρως από τη διατροφή είναι παραπλανητική. Όλα τα κύτταρα του σώματος χρησιμοποιούν γλυκόζη ως καύσιμο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μια διατροφή με πολλά γλυκά και ζαχαρούχα ποτά είναι καλή επιλογή. Η συχνή κατανάλωσή τους μπορεί να προσθέτει πολλές θερμίδες και να συμβάλλει στην αύξηση του σωματικού βάρους, το οποίο αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για αρκετούς καρκίνους.
Επομένως, ο στόχος είναι ο περιορισμός των ζαχαρούχων ποτών και των τροφών με πολλές θερμίδες και λίγη θρεπτική αξία, όχι η φοβία απέναντι σε κάθε τρόφιμο που περιέχει υδατάνθρακες.
Ένα συνολικό πρότυπο έχει μεγαλύτερη σημασία από μία «σούπερ τροφή»
Τα νεότερα στοιχεία του World Cancer Research Fund ενισχύουν την ιδέα ότι μεγαλύτερη σημασία έχει ο συνδυασμός πολλών καθημερινών συνηθειών και όχι ένα συγκεκριμένο τρόφιμο.
Ένα πρότυπο με λαχανικά, φρούτα, όσπρια και δημητριακά ολικής άλεσης, περιορισμό ζαχαρούχων ποτών και επεξεργασμένου κρέατος, διατήρηση υγιούς βάρους, τακτική σωματική δραστηριότητα και όσο το δυνατόν λιγότερο αλκοόλ συνδέεται με χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου του μαστού.
Ακόμη κι έτσι, η πρόληψη δεν είναι απόλυτη. Κάποιος μπορεί να ακολουθεί έναν πολύ υγιεινό τρόπο ζωής και παρ’ όλα αυτά να εμφανίσει καρκίνο του μαστού. Αντίστοιχα, η διάγνωση δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος «έκανε κάτι λάθος» στη διατροφή του.
Η διατροφή δεν αντικαθιστά τον προληπτικό έλεγχο
Οι επιλογές τρόπου ζωής μπορούν να επηρεάσουν τον κίνδυνο, αλλά δεν αντικαθιστούν την ενημέρωση για τα συμπτώματα και τον κατάλληλο προληπτικό έλεγχο σύμφωνα με την ηλικία και τον ατομικό κίνδυνο.
Ένα νέο ογκίδιο ή πάχυνση στον μαστό, αλλαγή στο σχήμα ή στο μέγεθος, μεταβολές στο δέρμα ή στη θηλή και ασυνήθιστη ή αιματηρή έκκριση από τη θηλή χρειάζονται ιατρική αξιολόγηση.
Για άτομα με ισχυρό οικογενειακό ιστορικό ή γνωστή γενετική προδιάθεση, οι κατάλληλες συστάσεις παρακολούθησης και πρόληψης πρέπει να συζητούνται με γιατρό και δεν μπορούν να αντικατασταθούν από οποιοδήποτε διατροφικό πρόγραμμα.
Πηγές:















