Η Μάγια Πλισέτσκαγια υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μπαλαρίνες του 20ού αιώνα. Η εκρηκτική σκηνική παρουσία, η εντυπωσιακή τεχνική, τα χαρακτηριστικά άλματα και κυρίως η μοναδική κίνηση των χεριών και της πλάτης της την έκαναν αναγνωρίσιμη σε ολόκληρο τον κόσμο.
Γεννήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 1925 στη Μόσχα και η ζωή της έμοιαζε πολλές φορές περισσότερο με μυθιστόρημα παρά με μια συνηθισμένη καλλιτεχνική διαδρομή. Πέρασε από τις σταλινικές διώξεις, την απώλεια του πατέρα της και χρόνια περιορισμών, πριν γίνει ένα από τα μεγαλύτερα σύμβολα του Μπαλέτου Μπολσόι.
Τα δύσκολα παιδικά χρόνια
Η Μάγια Πλισέτσκαγια μεγάλωσε σε μια οικογένεια όπου η τέχνη είχε έντονη παρουσία. Η μητέρα της, Ραχήλ Μέσερερ, ήταν ηθοποιός του βωβού κινηματογράφου, ενώ η θεία της Σουλαμίθ Μέσερερ και ο θείος της Ασάφ Μέσερερ ήταν σημαντικές προσωπικότητες του σοβιετικού μπαλέτου.
Μέρος των παιδικών της χρόνων το πέρασε στο αρχιπέλαγος Σβάλμπαρντ της Νορβηγίας, όπου εργαζόταν ο πατέρας της, Μιχαήλ Πλισέτσκι. Η οικογενειακή ζωή όμως διαλύθηκε βίαια στη διάρκεια των σταλινικών διώξεων.
Ο πατέρας της συνελήφθη το 1937 και αργότερα εκτελέστηκε. Το 1938 συνελήφθη και η μητέρα της και στάλθηκε μαζί με τον μικρότερο γιο της σε στρατόπεδο στο Καζακστάν ως συγγενής «εχθρού του λαού».
Η Μάγια έμεινε υπό την προστασία της θείας της Σουλαμίθ, η οποία έπαιξε καθοριστικό ρόλο τόσο στην προσωπική της ζωή όσο και στην εξέλιξή της ως χορεύτριας.
Από τη σχολή των Μπολσόι στη μεγάλη σκηνή
Το 1934 μπήκε στη σχολή μπαλέτου των Μπολσόι. Το ταλέντο της φάνηκε από νωρίς, όμως ο πόλεμος και οι οικογενειακές περιπέτειες διέκοψαν προσωρινά την εκπαίδευσή της.
Αποφοίτησε το 1943 με εξαιρετικές επιδόσεις και την ίδια χρονιά εντάχθηκε στο Μπαλέτο Μπολσόι. Πολύ γρήγορα άρχισε να αναλαμβάνει σημαντικούς ρόλους και το 1945 είχε πλέον καθιερωθεί ως μπαλαρίνα της ομάδας.
Στη μακρά καριέρα της χόρεψε σε έργα όπως η «Λίμνη των Κύκνων», ο «Δον Κιχώτης», η «Ωραία Κοιμωμένη», ο «Σπάρτακος» και αργότερα η «Carmen Suite». Δεν ξεχώριζε μόνο για την τεχνική της. Το έντονο θεατρικό στοιχείο, η εκφραστικότητα και η προσωπικότητά της έκαναν τις ερμηνείες της αμέσως αναγνωρίσιμες.
Γιατί άργησε να εμφανιστεί στη Δύση;
Παρά τη φήμη που είχε αποκτήσει στη Σοβιετική Ένωση, για χρόνια οι αρχές δεν της επέτρεπαν να ταξιδεύει με τα Μπολσόι στο εξωτερικό. Βρισκόταν υπό παρακολούθηση και θεωρούνταν πολιτικά αναξιόπιστη, γεγονός που περιόρισε σημαντικά τη διεθνή της παρουσία στα πρώτα χρόνια της καριέρας της.
Η κατάσταση άλλαξε το 1959. Τα Μπολσόι ταξίδεψαν στη Νέα Υόρκη και η Πλισέτσκαγια μπόρεσε επιτέλους να εμφανιστεί σε δυτικό κοινό. Η επιτυχία της ήταν άμεση και η διεθνής της φήμη εκτοξεύτηκε.
Ένα χρόνο νωρίτερα είχε παντρευτεί τον συνθέτη Ροντιόν Στσεντρίν, με τον οποίο έζησε μέχρι το τέλος της ζωής της. Ο γάμος τους εξελίχθηκε παράλληλα με μια μακρά καλλιτεχνική συνεργασία.

Ο «Θνήσκων Κύκνος» που έγινε σύμβολό της
Η Πλισέτσκαγια ταυτίστηκε ιδιαίτερα με δύο διαφορετικές εικόνες του κύκνου. Η μία ήταν ο διπλός ρόλος της Οντέτ και της Οντίλ στη «Λίμνη των Κύκνων» του Τσαϊκόφσκι. Η δεύτερη ήταν το περίφημο σύντομο σόλο «Ο Θνήσκων Κύκνος», σε χορογραφία του Μιχαήλ Φοκίν.
Στον «Θνήσκοντα Κύκνο» η κίνηση των χεριών, της πλάτης και του λαιμού της δημιουργούσε την εντύπωση ενός πουλιού που αγωνίζεται μέχρι την τελευταία στιγμή. Η ερμηνεία έγινε τόσο χαρακτηριστική, ώστε ακόμη και δεκαετίες αργότερα παραμένει μία από τις εικόνες που συνδέονται περισσότερο με το όνομά της.
Η ίδια είχε μελετήσει προσεκτικά την κίνηση πραγματικών κύκνων, προσπαθώντας να μεταφέρει στη σκηνή όχι μια απλή μίμηση, αλλά την αίσθηση της αναπνοής και της τελευταίας προσπάθειας του ζώου.
Μια καριέρα που δεν σταμάτησε όταν σταματούν συνήθως οι χορευτές
Η διάρκεια της καριέρας της ήταν εξαιρετική για τα δεδομένα του κλασικού μπαλέτου. Συνέχισε να χορεύει επί δεκαετίες και εμφανιζόταν στη σκηνή ακόμη και σε ηλικίες στις οποίες οι περισσότεροι επαγγελματίες χορευτές έχουν ήδη αποσυρθεί.
Συνεργάστηκε με σημαντικούς χορογράφους όπως ο Μορίς Μπεζάρ και ο Ρολάν Πετί. Ο Μπεζάρ δημιούργησε ειδικά για εκείνη έργα και την αποκάλεσε «τελευταίο ζωντανό θρύλο του χορού».

Η Πλισέτσκαγια δοκίμασε επίσης τη χορογραφία και αργότερα ανέλαβε καλλιτεχνικές θέσεις σε σημαντικούς οργανισμούς. Το 1983 εργάστηκε ως καλλιτεχνική διευθύντρια του Μπαλέτου της Όπερας της Ρώμης, ενώ από το 1987 έως το 1990 είχε αντίστοιχο ρόλο στο Εθνικό Μπαλέτο της Ισπανίας.
Το 2005, όταν συμπλήρωσε τα 80 της χρόνια, εμφανίστηκε ξανά στη σκηνή σε ένα σύντομο έργο που είχε δημιουργήσει για εκείνη ο Μορίς Μπεζάρ με τίτλο «Ave Maya». Ήταν μια εντυπωσιακή υπενθύμιση της εξαιρετικής διάρκειας της καλλιτεχνικής της πορείας.
Η σχέση της με τον Ροντιόν Στσεντρίν
Ο Ροντιόν Στσεντρίν δεν ήταν μόνο ο σύζυγός της αλλά και ένας από τους σημαντικότερους καλλιτεχνικούς συνοδοιπόρους της. Πολλά έργα στα οποία πρωταγωνίστησε συνδέθηκαν άμεσα με τη μουσική του.
Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, οι δυο τους εγκαταστάθηκαν στο Μόναχο.
Σε συνέντευξη που είχε δώσει το 2014 στην «Καθημερινή», η Πλισέτσκαγια μιλούσε με ιδιαίτερη αγάπη για τον σύζυγό της, χαρακτηρίζοντας τη σχέση τους μοναδική για την ίδια.

Το γκαλά στο Ηρώδειο που δεν πραγματοποιήθηκε
Τον Σεπτέμβριο του 2014 είχε προγραμματιστεί στο Ηρώδειο ένα μεγάλο γκαλά προς τιμήν της με τίτλο «Ave Maya». Λίγο πριν από την εκδήλωση, η Πλισέτσκαγια έδωσε συνέντευξη στην «Καθημερινή» και μίλησε για τη ζωή, τον χορό και την καριέρα της.
«Θυμάμαι τη ζωή μου σαν να περνάει μπροστά μου με ταχύτητα. Σκέφτομαι τα πάντα. Τις πρεμιέρες, τα λουλούδια, τους τσακωμούς, το μίσος, την αγάπη, τις συναντήσεις, τις βαλίτσες, την καθημερινή δουλειά, τον χορό, τη χαρά του χορού.»
Η παράσταση είχε αρχικά προγραμματιστεί για τις 23 Σεπτεμβρίου 2014. Μεταφέρθηκε για τις 11 Οκτωβρίου λόγω απρόβλεπτου κωλύματος και τελικά ματαιώθηκε.
Το τέλος μιας μεγάλης ζωής
Η Μάγια Πλισέτσκαγια πέθανε στις 2 Μαΐου 2015 στο Μόναχο, σε ηλικία 89 ετών. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του διευθυντή του Μπολσόι, Βλαντίμιρ Ούριν, υπέστη σοβαρή καρδιακή προσβολή.
Η καριέρα της είχε διαρκέσει περισσότερο από μισό αιώνα. Από ένα παιδί που έζησε τις σταλινικές διώξεις εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα του παγκόσμιου μπαλέτου.
Και ίσως αυτό που εξηγεί καλύτερα τη σχέση της με τη σκηνή να είναι μια από τις δικές της φράσεις: δεν χόρευε για τον εαυτό της, αλλά για το κοινό. Το κοινό, από την πλευρά του, δεν σταμάτησε ποτέ να την αναγνωρίζει ως μία από τις πιο ιδιαίτερες μορφές που πέρασαν από τον κόσμο του χορού.
Δείτε τη Μάγια Πλισέτσκαγια σε χαρακτηριστικές ερμηνείες της:












