Υπάρχει ένα ιδιότυπο είδος συγγένειας που συνδέει τους ανθρώπους.
Δεν είναι δεσμός εξ αίματος, ούτε εξ αγχιστείας.
Είναι μια σχέση ξεχωριστή, γιατί γεννήθηκε μέσα από μυστήρια, γάμους και βαπτίσεις.
Μα και βέβαια για την κουμπαριά μιλάω.
Γιατί κάποιος, τέλος πάντων, πρέπει να γράψει γι’ αυτήν, μια και δεν υπάρχει παγκόσμια ημέρα κουμπάρων, όπως υπάρχει για τόσες άλλες πλευρές των ανθρώπινων σχέσεων.
Και θα ήταν πολύ αστείο να υπήρχε.
Γιατί ακόμη και η ίδια η λέξη «κουμπάρος» έχει κάτι το ιδιαίτερο. Σου γεμίζει το στόμα και, όταν τη φωνάζεις δυνατά, κουβαλά μαζί της μια ολόκληρη σχέση.
Γιατί η κουμπαριά είναι μια σχέση που ξεχειλίζει χαρά.
Είναι η επισφράγιση μιας δυνατής φιλίας, η επιβράβευση αξέχαστων στιγμών και μια ξεχωριστή εκδήλωση αγάπης και εμπιστοσύνης.
Πόσο τιμητικό, αλήθεια, να προτείνεις σε κάποιον να συμμετέχει τόσο ενεργά στην ένωσή σου με τον άνθρωπο που επέλεξες να μοιραστείς τη ζωή σου, σε ένα από τα σημαντικότερα νέα ξεκινήματά σου.
Και πόσο συγκινητικό να του ζητάς να γίνει ανάδοχος του παιδιού σου και να αποκτήσει έναν ιδιαίτερο ρόλο στη ζωή του, καθώς εκείνη ανοίγεται μπροστά του.
Η κουμπαριά, όσο αστεία κι αν ακούγεται καμιά φορά ως λέξη, μπορεί να γίνει ένας πολύ ισχυρός δεσμός.
Διότι από την τέλεση του μυστηρίου και μετά, πολλές φορές καταργούνται τα μικρά ονόματα και οι λοιπές προσφωνήσεις.
Και τότε υιοθετείται το εκφερόμενο με στεντόρεια φωνή «κουμπάρε», που μοιάζει να υπερισχύει κάθε άλλης ιδιότητας.
Γιατί εκτός από τους κουμπάρους-φίλους και τους κουμπάρους-συναδέλφους, υπάρχουν και οι κουμπάροι-ξαδέρφια, οι κουμπάροι-θείοι, που πλέον λογίζονται πρωτίστως ως κουμπάροι και δευτερευόντως ως ξαδέρφια και θείοι.
Το ξέρουν καλά οι συρμοί του μετρό, οι διάδρομοι της Ευελπίδων και οι δρόμοι της γειτονιάς.
Εκεί όπου, σε ένα τυχαίο ή προγραμματισμένο συναπάντημα, αλληλοφωνάζουμε «κουμπαρούλη» και «κουμπαρούλα» και, μέσα στην τρελή χαρά –παραφωνία στη γενική μιζέρια– αγκαλιαζόμαστε και λέμε τα νέα μας.
Είναι κι αυτά τα χωρατά που ο λαός χρεώνει στον κουμπάρο και την κουμπάρα και που γίνονται άλλη μία αφορμή για πειράγματα, γέλια και συναντήσεις.
Βέβαια, δεν γεννήθηκαν όλες οι κουμπαριές από μια βαθιά φιλία. Κατά καιρούς υπήρξαν κουμπαριές που συνδέθηκαν με επαγγελματικές συνεργασίες, δημόσιες σχέσεις, συμφέροντα ή άλλες σκοπιμότητες.
Εδώ όμως μιλάω για μια άλλη κουμπαριά.
Εκείνη στην οποία στο πρόσωπο του κουμπάρου βλέπεις πρώτα απ’ όλα έναν πολύ καλό φίλο.
Είναι η παρέα που είμαστε μαζί χειμώνα-καλοκαίρι.
Στους μεσημεριανούς καφέδες, στις παραλίες, στα τριήμερα και στις διακοπές ανά την επικράτεια.
Στους τελικούς της Eurovision, στις ατελείωτες βραδιές Μουντιάλ με πίτσα, μπίρες και μπόλικο κουτσομπολιό.
Είναι οι κουμπάροι εκείνοι που θα αναλάβουν να σε αναστηλώσουν όταν είσαι στα πατώματα.
Όπως πολλά από όσα γράφω, έτσι και τούτο εδώ είναι βιωματικό.
Και είναι μεγάλη ευλογία να έχεις κουμπάρους σαν αυτούς που εξυμνώ.
Για κάποιους από εμάς η κουμπαριά γίνεται δεσμός ισόβιος. Κι όπως λέμε εμείς στην τρελοπαρέα:
Άντρα αλλάζουμε…
Γυναίκα αλλάζουμε…
Κουμπάρο δεν αλλάζουμε!












