Θυμάσαι τότε που το καλοκαίρι δεν τελείωνε ποτέ; Που ξυπνούσαμε χωρίς ξυπνητήρι, βγαίναμε από το σπίτι και επιστρέφαμε μόνο όταν μας φώναζε η μάνα μας από το μπαλκόνι; Που ένα παγωτό, ένα ποδήλατο και πέντε φίλοι στη γειτονιά ήταν αρκετά για να περάσουμε την πιο όμορφη μέρα;
Ήταν τα καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων. Εκείνα που μετρούσαμε παγωτά και μπάνια, πίναμε νερό από το λάστιχο της αυλής και παίζαμε μέχρι να μην αντέχουν άλλο τα πόδια μας. Δεν είχαμε πολλά, αλλά είχαμε κάτι που τότε δεν ξέραμε πόσο πολύτιμο ήταν: όλη την ημέρα μπροστά μας και κανέναν λόγο να βιαζόμαστε.
Οι διακοπές άρχιζαν όταν πετούσαμε τη σχολική τσάντα στη γωνία
Η τελευταία ημέρα του σχολείου ήταν μια μικρή γιορτή. Μόλις χτυπούσε το τελευταίο κουδούνι, νιώθαμε ότι άρχιζε μια ολόκληρη καινούργια ζωή.
Τα βιβλία έμπαιναν στο συρτάρι, οι σχολικές τσάντες εξαφανίζονταν και μπροστά μας απλώνονταν σχεδόν τρεις μήνες ελευθερίας. Ούτε διαγωνίσματα, ούτε πρωινό ξύπνημα, ούτε η αγωνία αν είχαμε διαβάσει το μάθημα.
Μόνο καλοκαίρι.
Όσοι μεγαλώσαμε τις δεκαετίες του ’70, του ’80 και του ’90 θυμόμαστε μια εποχή χωρίς κινητά τηλέφωνα και κοινωνικά δίκτυα. Για να βρούμε τους φίλους μας δεν χρειαζόταν να στείλουμε μήνυμα. Πηγαίναμε έξω από το σπίτι τους και φωνάζαμε το όνομά τους.
Κι αν δεν έβγαιναν, συνεχίζαμε στην επόμενη πόρτα. Κάποια στιγμή η παρέα μαζευόταν και το παιχνίδι άρχιζε.
Μετρούσαμε παγωτά λες και κερδίζαμε πρωτάθλημα
Ποιος μπορεί να ξεχάσει το περίφημο μέτρημα των παγωτών;
Ο πρώτος μεγάλος στόχος του καλοκαιριού ήταν να φάμε περισσότερα από πέρσι. Ο δεύτερος ήταν να ξεπεράσουμε τον αριθμό που έλεγε ο καλύτερός μας φίλος.
«Εγώ έχω φάει 38!»
«Σιγά! Εγώ είμαι στα 52!»
Κανείς δεν κρατούσε πραγματικό αρχείο. Οι αριθμοί μεγάλωναν ανάλογα με τη φαντασία μας και κανένας δεν μπορούσε να αποδείξει ποιος έλεγε την αλήθεια.
Τα παγωτά είχαν τη δική τους ξεχωριστή θέση στις καλοκαιρινές μας αναμνήσεις. Το ξυλάκι που έσταζε στα χέρια, ο πύραυλος που έλιωνε πριν προλάβουμε να τον τελειώσουμε, το κυπελάκι με το μικρό πλαστικό κουταλάκι.
Και φυσικά εκείνα τα παγωτά που έκρυβαν ένα δωράκι ή μια έκπληξη. Μερικές φορές μάς ενδιέφερε περισσότερο τι θα βρούμε μέσα παρά το ίδιο το παγωτό.
Ακόμη και η βόλτα μέχρι το περίπτερο ήταν γεγονός. Μαζεύαμε κέρματα, μετρούσαμε τι μας έφτανε να αγοράσουμε και στεκόμασταν μπροστά στο ψυγείο προσπαθώντας να διαλέξουμε.
Και τα μπάνια στη θάλασσα είχαν τη δική τους βαθμολογία
Αν τα παγωτά ήταν το ένα καλοκαιρινό πρωτάθλημα, τα μπάνια ήταν το άλλο.
Κάθε επίσκεψη στη θάλασσα μετρούσε. Είτε πηγαίναμε σε κάποια κοντινή παραλία είτε περνούσαμε τις διακοπές μας στο χωριό, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο: μία ακόμη γραμμή στον φανταστικό μας πίνακα.
Το αυτοκίνητο γέμιζε πετσέτες, ψάθες, ομπρέλες, φουσκωτά και μια τσάντα με φαγητό. Η μητέρα είχε φροντίσει για όλα, ενώ εμείς ρωτούσαμε κάθε πέντε λεπτά αν φτάσαμε.
Μόλις βλέπαμε τη θάλασσα, η ανυπομονησία γινόταν ακόμη μεγαλύτερη.
Χτίζαμε κάστρα στην άμμο, μαζεύαμε κοχύλια, κάναμε διαγωνισμούς με τις βουτιές μας και προσπαθούσαμε να μείνουμε στο νερό όσο περισσότερο γινόταν.
Το πιο δύσκολο ήταν πάντα η ώρα της επιστροφής.
«Βγες έξω, θα κρυώσεις!»
«Άλλα πέντε λεπτά!»
Αυτή η διαπραγμάτευση επαναλαμβανόταν σχεδόν σε κάθε οικογενειακό μπάνιο.
Η γειτονιά ήταν η παιδική μας χαρά
Δεν χρειαζόμασταν ακριβά παιχνίδια για να περάσουμε καλά. Μια μπάλα, ένα σχοινάκι, δύο πέτρες για τέρματα και μια παρέα αρκούσαν.
Το κρυφτό ήταν από τα αγαπημένα μας. Κάποιος μετρούσε με κλειστά μάτια και οι υπόλοιποι έτρεχαν να βρουν την καλύτερη κρυψώνα. Πίσω από αυτοκίνητα, μέσα σε αυλές, δίπλα σε δέντρα ή σε κάθε γωνιά που μπορούσε να μας κρύψει.
Άλλες φορές παίζαμε κυνηγητό, μήλα, λάστιχο, κουτσό και σχοινάκι. Στα χωριά υπήρχαν ακόμη περισσότερες επιλογές, με ανοιχτούς χώρους και μεγάλες παρέες παιδιών διαφορετικών ηλικιών.
Στα αυτοσχέδια ποδοσφαιρικά γήπεδα, οι πέτρες γίνονταν δοκάρια και κάθε αμφισβητούμενο γκολ προκαλούσε ολόκληρη συζήτηση.
Οι κανόνες άλλαζαν από γειτονιά σε γειτονιά. Το μόνο σταθερό ήταν ότι κανένας δεν ήθελε να τελειώσει το παιχνίδι.
Το ποδήλατο ήταν η μεγαλύτερη ελευθερία μας
Για ένα παιδί εκείνων των χρόνων, το ποδήλατο δεν ήταν απλώς παιχνίδι. Ήταν το πρώτο του μεταφορικό μέσο, η πρώτη αίσθηση ανεξαρτησίας.
Με το ποδήλατο πηγαίναμε στους φίλους μας, στο γήπεδο, μέχρι το περίπτερο ή κάναμε ατέλειωτους γύρους στο ίδιο τετράγωνο.
Κάποιοι στερέωναν ένα κομμάτι χαρτόνι στις ακτίνες της ρόδας, ώστε να ακούγεται σαν μηχανή. Άλλοι στόλιζαν το τιμόνι με πολύχρωμες κορδέλες.
Σχεδόν όλοι είχαμε κάποια ιστορία από μια πτώση, ένα σκασμένο λάστιχο ή μια αλυσίδα που έβγαινε τη χειρότερη στιγμή.
Τότε δεν υπήρχε πάντα η προσοχή στην ασφάλεια που υπάρχει σήμερα. Ευτυχώς, πλέον γνωρίζουμε πόσο σημαντικά είναι το κράνος, τα σωστά φρένα και η ασφαλής ποδηλασία.
Αυτό όμως που έχει μείνει στη μνήμη μας δεν είναι οι τούμπες. Είναι η αίσθηση του αέρα στο πρόσωπο και η χαρά να εξερευνούμε τη γειτονιά με τις δικές μας δυνάμεις.
Το μεσημέρι έπεφτε απόλυτη ησυχία
Υπήρχε μία στιγμή της ημέρας που ακόμη και τα πιο ζωηρά παιδιά έπρεπε να σταματήσουν το παιχνίδι: η ώρα της μεσημεριανής ξεκούρασης.
Τα παντζούρια έκλειναν, οι μεγάλοι ξάπλωναν και σε πολλά σπίτια ακουγόταν η ίδια φράση: «Μην κάνετε φασαρία, κοιμάται ο κόσμος».
Εμείς, φυσικά, δεν νυστάζαμε καθόλου.
Καθόμασταν στο σαλόνι ή στο μπαλκόνι, ξεφυλλίζαμε περιοδικά και κόμικς, παίζαμε επιτραπέζια ή ακούγαμε μουσική από το ραδιόφωνο και το κασετόφωνο.
Το μικρότερο τριζοβόλημα του πατώματος μάς έκανε να παγώνουμε, μήπως ξυπνήσει κάποιος και αρχίσουν οι παρατηρήσεις.
Κοιτούσαμε έξω από το παράθυρο περιμένοντας να περάσει η ώρα. Γιατί ξέραμε πως, μόλις τελείωνε η μεσημεριανή ησυχία, θα αρχίζαμε πάλι το παιχνίδι.
Οι καλοκαιρινές γεύσεις που θυμόμαστε ακόμη
Το καλοκαίρι είχε τη γεύση του καρπουζιού που έβγαινε παγωμένο από το ψυγείο και κοβόταν σε μεγάλες φέτες.
Καθόμασταν στην αυλή ή στο μπαλκόνι, γεμίζαμε τα χέρια μας χυμούς και κάναμε διαγωνισμό ποιος θα φτύσει το κουκούτσι πιο μακριά.
Είχε τη γεύση του ψωμιού με βούτυρο και ζάχαρη, της σπιτικής λεμονάδας, της βυσσινάδας, του τηγανόψωμου που μοσχοβολούσε και της βανίλιας «υποβρύχιο» μέσα σε ένα ποτήρι κρύο νερό.
Στα σπίτια των παππούδων και των γιαγιάδων υπήρχαν συχνά γλυκά του κουταλιού, φρούτα από τον κήπο και σπιτικές πίτες.
Δεν χρειαζόταν να είναι κάτι εντυπωσιακό. Ακόμη και μια φέτα ψωμί με ντομάτα μπορούσε να γίνει το καλύτερο κολατσιό ύστερα από ατέλειωτες ώρες παιχνιδιού.
Και το νερό από το λάστιχο της αυλής; Πολλοί το θυμούνται σαν μια χαρακτηριστική συνήθεια των παιδικών τους χρόνων, ειδικά στα χωριά. Βέβαια, τα συνηθισμένα λάστιχα κήπου δεν προορίζονται απαραίτητα για πόσιμο νερό, γι’ αυτό η ανάμνηση δεν είναι κάτι που πρέπει να αντιγράφουμε σήμερα.
Τα καλοκαίρια στο χωριό είχαν άλλη μαγεία
Για πολλά παιδιά, το καλοκαίρι σήμαινε ταξίδι στο χωριό, στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού.
Εκεί όλα έμοιαζαν διαφορετικά. Οι πόρτες έμεναν συχνά ανοιχτές, οι γείτονες γνωρίζονταν μεταξύ τους και το απόγευμα οι αυλές γέμιζαν φωνές.
Ξυπνούσαμε με τον κόκορα ή με τους ήχους από τις δουλειές της αυλής. Βλέπαμε τους μεγάλους να ποτίζουν τον κήπο, να μαζεύουν λαχανικά και να ετοιμάζουν το φαγητό.
Μαζεύαμε σύκα, σταφύλια και άλλα καλοκαιρινά φρούτα, χαζεύαμε τα ζώα και ακούγαμε ιστορίες από ανθρώπους που είχαν μεγαλώσει σε μια εντελώς διαφορετική εποχή.
Οι γιαγιάδες μάς κυνηγούσαν για να φάμε κάτι ακόμη, ενώ οι παππούδες πολλές φορές μας έδιναν κρυφά ένα χαρτζιλίκι για το περίπτερο.
Το βράδυ καθόμασταν όλοι έξω, στις αυλές και στα μπαλκόνια, μέχρι να δροσίσει.
Και αν τύχαινε να έχει πανηγύρι στο χωριό, η χαρά μας ήταν διπλή. Μουσική, φωτάκια, πάγκοι με παιχνίδια, οικογένειες μαζεμένες και παιδιά που έτρεχαν παντού.
Οι βραδιές που δεν θέλαμε να τελειώσουν
Τα καλοκαιρινά βράδια είχαν τη δική τους μαγεία.
Μετά το φαγητό, οι μεγάλοι κάθονταν στις καρέκλες έξω από τα σπίτια και συζητούσαν. Εμείς συνεχίζαμε να παίζουμε στο λιγοστό φως από τις λάμπες του δρόμου.
Κάποια στιγμή κουραζόμασταν και καθόμασταν όλοι μαζί σε ένα πεζούλι. Λέγαμε αστεία, μυστικά, ιστορίες τρόμου ή συζητούσαμε για το παιδί που μας άρεσε.
Άλλοτε κοιτούσαμε τα αστέρια και προσπαθούσαμε να εντοπίσουμε κάποιον διάττοντα αστέρα για να κάνουμε μια ευχή.
Δεν υπήρχαν ειδοποιήσεις και οθόνες που να μας τραβούν συνεχώς την προσοχή. Υπήρχαν μόνο οι φωνές της παρέας, τα τριζόνια και το αεράκι που έκανε τη ζέστη πιο υποφερτή.
Και η πιο δυσάρεστη στιγμή ερχόταν όταν κάποιος γονιός φώναζε από το μπαλκόνι: «Άντε, μέσα! Αύριο πάλι!»
Το «αύριο πάλι» ήταν η μεγάλη μας παρηγοριά.
Γιατί νοσταλγούμε τόσο πολύ εκείνα τα καλοκαίρια;
Ίσως επειδή τότε δεν καταλαβαίναμε πόσο γρήγορα περνά ο χρόνος.
Δεν σκεφτόμασταν το τέλος των διακοπών, τις υποχρεώσεις ή όσα μας περίμεναν. Ζούσαμε την κάθε ημέρα με την πεποίθηση ότι θα υπάρχουν πάντα άλλες τόσες.
Φυσικά, δεν ήταν όλα καλύτερα στο παρελθόν. Οι εποχές είχαν δυσκολίες και πολλά πράγματα έχουν βελτιωθεί. Τα σημερινά παιδιά έχουν δυνατότητες και εμπειρίες που εμείς δεν μπορούσαμε ούτε να φανταστούμε.
Κάθε γενιά φτιάχνει τις δικές της καλοκαιρινές αναμνήσεις.
Όμως υπάρχει κάτι μοναδικό στις παιδικές στιγμές που έχουν απομείνει στη μνήμη μας. Η μυρωδιά του αντηλιακού, ο ήχος από το καμπανάκι του παγωτατζή, οι παντόφλες γεμάτες άμμο, οι φωνές στην αυλή και εκείνη η γνώριμη εντολή της μάνας μας να γυρίσουμε σπίτι.
Μικρές εικόνες που μπορεί να ξεχάσαμε για χρόνια, αλλά αρκεί μια μυρωδιά, ένα τραγούδι ή μια παλιά φωτογραφία για να ζωντανέψουν ξανά.
Και τότε, για μια στιγμή, γινόμαστε πάλι παιδιά.
Παιδιά που δεν είχαν ανάγκη να μετρήσουν τις ώρες. Γιατί το μόνο που μετρούσε πραγματικά ήταν τα παγωτά, τα μπάνια και το πόσο όμορφα περνούσαμε όλοι μαζί.












