Περισσότερα από 2.400 χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Σωκράτης εξακολουθεί να βρίσκεται στο κέντρο της δυτικής φιλοσοφίας. Κι όμως, υπάρχει ένα παράδοξο: ο ίδιος δεν άφησε πίσω του ούτε ένα γραπτό έργο.
Όσα γνωρίζουμε για τη ζωή, τις συζητήσεις και τις ιδέες του προέρχονται κυρίως από άλλους συγγραφείς, ιδιαίτερα τον Πλάτωνα και τον Ξενοφώντα. Αυτός είναι και ο λόγος που χρειάζεται προσοχή στα δεκάδες αποφθέγματα που κυκλοφορούν σήμερα στο διαδίκτυο με την υπογραφή του.
Ποιος ήταν πραγματικά ο Σωκράτης;
Ο Σωκράτης γεννήθηκε στην Αθήνα περίπου το 470 π.Χ. και πέθανε το 399 π.Χ.
Δεν ίδρυσε σχολή με τη σημερινή έννοια και δεν έγραψε βιβλία.
Η φιλοσοφία του εκτυλισσόταν κυρίως μέσα από συζητήσεις.
Στους πλατωνικούς διαλόγους εμφανίζεται να συνομιλεί με πολιτικούς, νέους, στρατιωτικούς, ποιητές και ανθρώπους που ισχυρίζονταν ότι γνώριζαν τι είναι η δικαιοσύνη, η αρετή, η ευσέβεια ή η γνώση.
Η συνήθης αντίδρασή του ήταν απλή:
ρωτούσε.
Το μεγάλο πρόβλημα: Ο Σωκράτης δεν έγραψε τίποτα
Όταν μιλάμε για τον Σωκράτη, πρέπει να θυμόμαστε κάτι σημαντικό.
Δεν έχουμε βιβλία γραμμένα από τον ίδιο.
Τον γνωρίζουμε κυρίως μέσα από:
- τον Πλάτωνα,
- τον Ξενοφώντα,
- τον Αριστοφάνη, ο οποίος τον σατίρισε στις Νεφέλες,
- και μεταγενέστερες αναφορές, μεταξύ άλλων στον Αριστοτέλη.
Οι πηγές αυτές δεν μας παρουσιάζουν πάντοτε τον ίδιο ακριβώς άνθρωπο.
Γι’ αυτό οι ιστορικοί της φιλοσοφίας μιλούν για το «σωκρατικό πρόβλημα»: πόσο από όσα διαβάζουμε στους πλατωνικούς διαλόγους ανήκει στον ιστορικό Σωκράτη και πόσο αποτελεί φιλοσοφική επεξεργασία του ίδιου του Πλάτωνα;
Είπε πραγματικά «ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα»;
Η φράση «ένα γνωρίζω, ότι δεν γνωρίζω τίποτα» είναι ίσως η διασημότερη φράση που συνδέεται με τον Σωκράτη.
Δεν εμφανίζεται όμως αυτούσια με αυτή τη μορφή στα έργα του Πλάτωνα.
Η ιδέα προέρχεται κυρίως από την Απολογία.
Εκεί ο Σωκράτης αφηγείται ότι, μετά τον χρησμό των Δελφών σύμφωνα με τον οποίο κανείς δεν ήταν σοφότερός του, άρχισε να εξετάζει ανθρώπους που θεωρούνταν σοφοί.
Διαπίστωσε ότι αρκετοί πίστευαν πως γνώριζαν πράγματα τα οποία στην πραγματικότητα δεν μπορούσαν να εξηγήσουν.
Ο ίδιος θεωρεί ότι είναι σοφότερος μόνο σε ένα σημείο: δεν νομίζει ότι γνωρίζει εκείνο που δεν γνωρίζει.
Αυτή είναι η πραγματική βάση της περίφημης φράσης.
Η σωκρατική μέθοδος δεν ήταν απλώς «κάνω πολλές ερωτήσεις»
Η μέθοδος που συνδέθηκε με τον Σωκράτη ονομάζεται συχνά σωκρατικός έλεγχος ή elenchus.
Συνήθως ξεκινούσε με έναν συνομιλητή που εξέφραζε μια βέβαιη άποψη.
Για παράδειγμα:
«Ξέρω τι είναι δικαιοσύνη».
Ο Σωκράτης ζητούσε έναν ορισμό.
Στη συνέχεια έκανε διαδοχικές ερωτήσεις και ζητούσε από τον συνομιλητή να δεχθεί ή να απορρίψει συγκεκριμένες προτάσεις.
Συχνά στο τέλος αποκαλυπτόταν ότι κάποιες από τις απαντήσεις του έρχονταν σε αντίφαση μεταξύ τους.
Ο στόχος δεν ήταν πάντοτε να βρεθεί η τελική απάντηση
Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό των σωκρατικών διαλόγων είναι ότι πολλές φορές τελειώνουν χωρίς οριστική λύση.
Οι συνομιλητές καταλήγουν σε απορία.
Δηλαδή έχουν καταλάβει ότι η πρώτη τους βεβαιότητα δεν ήταν τόσο ισχυρή όσο πίστευαν, αλλά ακόμη δεν διαθέτουν μια τελική απάντηση.
Αυτό είναι κεντρικό στοιχείο της σωκρατικής φιλοσοφίας.
Η αναγνώριση της άγνοιας δεν αποτελεί αποτυχία.
Είναι η αρχή μιας σοβαρότερης έρευνας.
Ο Σωκράτης δεν ήθελε απλώς να «νικά» στις συζητήσεις
Στα πλατωνικά έργα ο Σωκράτης διαχωρίζεται συχνά από τους σοφιστές.
Ο στόχος του ελέγχου δεν παρουσιάζεται απλώς ως μια ρητορική τεχνική για να νικήσει τον αντίπαλο.
Η συζήτηση έχει ηθικό σκοπό.
Να εξεταστεί αν οι απόψεις μας στέκουν πραγματικά και αν ο τρόπος ζωής μας συμφωνεί με όσα λέμε ότι πιστεύουμε.
«Η ανεξέταστη ζωή δεν αξίζει να τη ζει κανείς»
Σε αντίθεση με πολλά διαδικτυακά αποφθέγματα, αυτή η φράση έχει σαφή αρχαία πηγή.
Στην Απολογία, λίγο πριν από την επιβολή της ποινής, ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι μια ζωή χωρίς εξέταση του εαυτού μας και των πεποιθήσεών μας δεν αξίζει για τον άνθρωπο.
Δεν εννοεί ότι πρέπει να περνάμε ολόκληρη τη ζωή μας αναλύοντας κάθε λεπτομέρεια.
Το βαθύτερο νόημα είναι ότι δεν πρέπει να δεχόμαστε αβασάνιστα όσα πιστεύουμε για το καλό, τη δικαιοσύνη, την αρετή και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ζούμε.
Η γνώση και η αρετή
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της σωκρατικής ηθικής είναι η στενή σύνδεση της γνώσης με την αρετή.
Στους πρώιμους πλατωνικούς διαλόγους εμφανίζεται η ιδέα ότι κανείς δεν επιλέγει συνειδητά το κακό γνωρίζοντας πραγματικά ότι είναι κακό για τον ίδιο.
Όταν κάποιος ενεργεί λανθασμένα, σύμφωνα με αυτή τη σωκρατική προσέγγιση, υπάρχει κάποιο πρόβλημα γνώσης ή κατανόησης.
Αυτό είναι γνωστό ως σωκρατικός ηθικός διανοητισμός.
Η θέση αυτή συζητείται μέχρι σήμερα, επειδή η ανθρώπινη συμπεριφορά δείχνει ότι πολλές φορές γνωρίζουμε ποια επιλογή είναι καλύτερη και παρ’ όλα αυτά κάνουμε κάτι διαφορετικό.
Το «γνώθι σαυτόν» δεν ήταν προσωπικό απόφθεγμα του Σωκράτη
Η φράση «γνώθι σαυτόν» συνδέεται πολύ συχνά με τον Σωκράτη.
Η σύνδεση είναι φιλοσοφικά λογική, αλλά ιστορικά χρειάζεται διευκρίνιση.
Το «γνώθι σαυτόν» ήταν ένα από τα περίφημα δελφικά παραγγέλματα που συνδέονταν με το ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς.
Ο Πλάτων αναφέρεται στην επιγραφή στους διαλόγους του.
Η αυτογνωσία βρίσκεται πράγματι πολύ κοντά στη σωκρατική σκέψη, αλλά δεν πρέπει να παρουσιάζουμε τη συγκεκριμένη φράση σαν προσωπικό δημιούργημα του Σωκράτη.
Γιατί ο Σωκράτης απέκτησε τόσους εχθρούς;
Η εικόνα του ανθρώπου που σταματούσε τους Αθηναίους και αμφισβητούσε τις βεβαιότητές τους μπορεί να ακούγεται σήμερα σχεδόν ρομαντική.
Για αρκετούς συγχρόνους του, όμως, μπορούσε να είναι εξαιρετικά ενοχλητική.
Οι ερωτήσεις του συχνά εξέθεταν ανθρώπους που είχαν κοινωνικό κύρος αλλά δυσκολεύονταν να εξηγήσουν τις απόψεις τους.
Ο ίδιος στην Απολογία αναγνωρίζει ότι αυτή η δραστηριότητα είχε δημιουργήσει εχθρότητα εναντίον του.
Η Αθήνα στην οποία δικάστηκε δεν ήταν μια ήρεμη πόλη
Η δίκη του Σωκράτη δεν μπορεί να αποκοπεί από το πολιτικό περιβάλλον της εποχής.
Η Αθήνα είχε περάσει από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, μια καταστροφική ήττα από τη Σπάρτη, ολιγαρχικά καθεστώτα και πολιτική αναταραχή.
Ορισμένοι άνθρωποι που είχαν συνδεθεί κάποια στιγμή με τον Σωκράτη, όπως ο Κριτίας και ο Αλκιβιάδης, είχαν αποκτήσει πολύ αρνητική πολιτική φήμη.
Δεν σημαίνει ότι ο Σωκράτης δικάστηκε επισήμως για τις πολιτικές πράξεις αυτών των ανθρώπων.
Το κλίμα όμως βοηθά να καταλάβουμε γιατί η παρουσία του μπορούσε να θεωρείται προβληματική σε μια Αθήνα που προσπαθούσε να σταθεροποιηθεί.
Ποιες ήταν οι πραγματικές κατηγορίες;
Το 399 π.Χ. ο Σωκράτης οδηγήθηκε σε δίκη.
Σύμφωνα με την Απολογία, κατηγορήθηκε ότι:
- διέφθειρε τους νέους,
- δεν αναγνώριζε τους θεούς που αναγνώριζε η πόλη,
- και εισήγαγε νέα θεϊκά ή δαιμόνια πράγματα.
Ο Σωκράτης αρνήθηκε τις κατηγορίες και προσπάθησε να δείξει τις αντιφάσεις τους εξετάζοντας τον Μέλητο, έναν από τους κατηγόρους του.
Ο Σωκράτης κρίθηκε ένοχος
Το αθηναϊκό δικαστήριο τον έκρινε ένοχο.
Στο δεύτερο στάδιο της διαδικασίας έπρεπε να αποφασιστεί η ποινή.
Ο Σωκράτης δεν υιοθέτησε μια ταπεινωμένη στάση ούτε προσπάθησε να εγκαταλείψει τη φιλοσοφική αποστολή που πίστευε ότι είχε.
Τελικά καταδικάστηκε σε θάνατο.
Γιατί δεν δραπέτευσε;
Η ιστορία του θανάτου του δεν τελειώνει στην αίθουσα του δικαστηρίου.
Στον πλατωνικό Κρίτωνα, ο φίλος του Κρίτων προσπαθεί να τον πείσει να δραπετεύσει.
Ο Σωκράτης αρνείται.
Το επιχείρημά του συνδέεται με μια βασική αρχή: δεν πρέπει να ανταποδίδουμε την αδικία κάνοντας και εμείς κάτι άδικο.
Ακόμη κι αν θεωρεί την απόφαση λανθασμένη, δεν θεωρεί ότι αυτό του επιτρέπει να παραβιάσει όσα πιστεύει για τη δικαιοσύνη.
Ο θάνατος του Σωκράτη
Ο Πλάτων περιγράφει τις τελευταίες ώρες του στον Φαίδωνα.
Ο Σωκράτης εκτελέστηκε πίνοντας κώνειο.
Η εικόνα της ψυχραιμίας του απέναντι στον θάνατο έγινε ένα από τα πιο ισχυρά σύμβολα στην ιστορία της φιλοσοφίας.
Στην Απολογία εξετάζει το ενδεχόμενο ο θάνατος είτε να είναι μια κατάσταση χωρίς αίσθηση είτε μια μετάβαση όπου θα μπορούσε να συναντήσει ανθρώπους του παρελθόντος.
Δεν ισχυρίζεται ότι γνωρίζει με βεβαιότητα τι υπάρχει μετά τον θάνατο.
Και αυτό ταιριάζει απόλυτα με τη στάση που ακολούθησε σε όλη του τη ζωή: να μην προσποιείται γνώση εκεί όπου δεν την έχει.
Τρία διάσημα «αποφθέγματα του Σωκράτη» που πρέπει να προσέχουμε
«Δεν μπορώ να διδάξω κανέναν τίποτα· μπορώ μόνο να τον κάνω να σκεφτεί»
Η φράση ταιριάζει πολύ καλά στην εικόνα του Σωκράτη, αλλά δεν υπάρχει σε γνωστή αρχαία πηγή.
Πρόκειται για σύγχρονη παράφραση ιδεών που βρίσκουμε στον Πλάτωνα.
Στον Θεαίτητο, για παράδειγμα, ο Σωκράτης συγκρίνει τον εαυτό του με μια μαία: δεν «γεννά» ο ίδιος τη γνώση, αλλά βοηθά τον συνομιλητή να εξετάσει όσα γεννά η δική του σκέψη.
«Γίνε όπως θέλεις να φαίνεσαι»
Κυκλοφορεί πολύ συχνά ως σωκρατικό απόφθεγμα, αλλά δεν διαθέτει ασφαλή αρχαία παραπομπή.
Το μήνυμα της αυθεντικότητας μπορεί να ταιριάζει σε ορισμένα στοιχεία της αρχαίας ελληνικής ηθικής, αλλά δεν είναι σωστό να το βάζουμε σε εισαγωγικά και να το παρουσιάζουμε ως τεκμηριωμένη φράση του Σωκράτη.
«Η παιδεία είναι δεύτερος ήλιος για τον άνθρωπο»
Και αυτή η φράση εμφανίζεται σε συλλογές αποφθεγμάτων με διαφορετικές αποδόσεις.
Δεν υπάρχει λόγος να την παρουσιάζουμε ως βέβαιο σωκρατικό απόφθεγμα.
Τι θα έλεγε ο Σωκράτης αν ζούσε σήμερα;
Δεν μπορούμε φυσικά να γνωρίζουμε.
Μπορούμε όμως να φανταστούμε ότι ένας άνθρωπος με τη σωκρατική στάση θα ενδιαφερόταν λιγότερο για τις γρήγορες απαντήσεις και περισσότερο για τις ερωτήσεις πίσω από αυτές.
Αν κάποιος έλεγε:
«Ξέρω ότι έχω δίκιο»,
ίσως η πρώτη ερώτηση να ήταν:
«Πώς το γνωρίζεις;»
Αν κάποιος έλεγε:
«Αυτό είναι δίκαιο»,
θα μπορούσε να ακολουθήσει:
«Τι ακριβώς εννοείς όταν λες δίκαιο;»
Και αν κάποιος υποστήριζε ότι είναι επιτυχημένος, ίσως ο Σωκράτης να ρωτούσε πρώτα τι σημαίνει πραγματικά επιτυχία.
Γιατί ο Σωκράτης παραμένει επίκαιρος
Η μεγαλύτερη κληρονομιά του Σωκράτη ίσως δεν είναι κάποια συγκεκριμένη απάντηση.
Είναι η απαίτηση να εξετάζουμε τις ίδιες μας τις βεβαιότητες.
Να μη θεωρούμε ότι κάτι είναι αληθινό επειδή το πιστεύουν πολλοί.
Να ζητάμε ορισμούς.
Να αναζητούμε αντιφάσεις.
Να παραδεχόμαστε ότι δεν γνωρίζουμε.
Και να αλλάζουμε γνώμη όταν τα επιχειρήματα το απαιτούν.
Περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια μετά, αυτό παραμένει δύσκολο.
Ίσως γι’ αυτό ο Σωκράτης εξακολουθεί να μας αφορά.
Όχι επειδή μας άφησε μια συλλογή από όμορφα αποφθέγματα, αλλά επειδή μας άφησε κάτι πολύ πιο απαιτητικό: την υποχρέωση να εξετάζουμε όσα νομίζουμε ότι γνωρίζουμε.












