Η νοσταλγία έχει έναν παράξενο τρόπο να θυμάται τις όμορφες στιγμές και να αφήνει λίγο πιο πίσω τις δυσκολίες.
Αυτό φάνηκε έντονα και σε μια μεγάλη διεθνή έρευνα του Pew Research Center το 2017. Στην Ελλάδα, το 53% των ερωτηθέντων απάντησε ότι η ζωή για ανθρώπους σαν εκείνους ήταν χειρότερη σε σχέση με 50 χρόνια πριν. Μόλις το 28% θεωρούσε ότι ήταν καλύτερη και το 17% περίπου ίδια.
Τι ρώτησε πραγματικά η έρευνα;
Το Pew Research Center πραγματοποίησε την έρευνα την άνοιξη του 2017 σε σχεδόν 43.000 ανθρώπους από 38 χώρες. Η ερώτηση δεν ήταν αν «η δεκαετία του ’60 ήταν καλύτερη» ούτε αν οι άνθρωποι θα ήθελαν πραγματικά να επιστρέψουν σε εκείνη την εποχή.
Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να συγκρίνουν τη ζωή στη χώρα τους με τη ζωή περίπου 50 χρόνια νωρίτερα. Επειδή η έρευνα έγινε το 2017, η σύγκριση οδηγούσε περίπου στα τέλη της δεκαετίας του 1960.

Γιατί τόσοι Έλληνες έβλεπαν πιο θετικά το παρελθόν;
Η έρευνα έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα είχε ήδη περάσει πολλά χρόνια οικονομικής κρίσης. Ανεργία, περικοπές εισοδημάτων και ανασφάλεια είχαν επηρεάσει έντονα την καθημερινότητα, επομένως δεν προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη ότι πολλοί ερωτηθέντες έβλεπαν το παρελθόν με μεγαλύτερη συμπάθεια.
Η νοσταλγία όμως δεν αποτελεί πάντα ακριβή σύγκριση του βιοτικού επιπέδου. Οι άνθρωποι θυμούνται συχνά τις προσωπικές σχέσεις, τις γειτονιές, την παιδική ηλικία ή έναν πιο αργό τρόπο ζωής και όχι απαραίτητα τις συνθήκες υγείας, κατοικίας, εργασίας και εκπαίδευσης της εποχής.
Η Ελλάδα του 1960 είχε και πολύ σοβαρές δυσκολίες
Με αφορμή την έρευνα είχε κυκλοφορήσει ευρέως ένα σατιρικό κείμενο του παιδιάτρου Αντώνη Δαρζέντα, το οποίο σχολίαζε με ειρωνικό τρόπο την εξιδανίκευση του παρελθόντος. Η βασική του ιδέα ήταν ότι πίσω από τις όμορφες αναμνήσεις υπήρχαν πολύ πραγματικά κοινωνικά και υγειονομικά προβλήματα.
Αυτό είναι σωστό ως γενική εικόνα, αλλά ορισμένοι αριθμοί και απόλυτες διατυπώσεις που αναπαράχθηκαν μαζί με το κείμενο χρειάζονται διόρθωση. Για παράδειγμα, το 1960 η βρεφική θνησιμότητα στην Ελλάδα ήταν περίπου 40 θάνατοι ανά 1.000 γεννήσεις. Το ποσοστό ήταν πολύ υψηλότερο από το σημερινό, αλλά δεν αντιστοιχούσε σε «δύο παιδιά στα δέκα».

Και το προσδόκιμο ζωής ήταν διαφορετικό από όσο συχνά λέγεται
Μία ακόμη φράση που συνοδεύει συχνά το παλιό κείμενο είναι ότι οι άνθρωποι «ζούσαν μέχρι τα 55». Τα διαθέσιμα ιστορικά στοιχεία δεν το επιβεβαιώνουν. Το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα το 1960 ήταν περίπου 68 χρόνια.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι συνθήκες υγείας ήταν συγκρίσιμες με τις σημερινές. Ασθένειες που σήμερα προλαμβάνονται ή αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά προκαλούσαν περισσότερους θανάτους, ενώ η πρόσβαση σε σύγχρονες θεραπείες, διαγνωστικές εξετάσεις και οργανωμένες υπηρεσίες υγείας ήταν πολύ πιο περιορισμένη.
Ο καρκίνος, η κατάθλιψη και ο αυτισμός δεν εμφανίστηκαν στις μέρες μας
Η ειρωνική φράση ότι «τότε δεν υπήρχε καρκίνος, αυτισμός ή κατάθλιψη» δεν πρέπει να διαβάζεται κυριολεκτικά. Οι συγκεκριμένες καταστάσεις δεν είναι σύγχρονες εφευρέσεις.
Αυτό που έχει αλλάξει σημαντικά είναι η ιατρική γνώση, η διάγνωση, η καταγραφή και η κοινωνική αναγνώριση. Πολλοί άνθρωποι που σήμερα θα λάμβαναν συγκεκριμένη διάγνωση παλαιότερα είτε δεν διαγιγνώσκονταν είτε αντιμετωπίζονταν με εντελώς διαφορετικό τρόπο.
Η καθημερινότητα είχε λιγότερες ανέσεις
Σε πολλές περιοχές της μεταπολεμικής Ελλάδας οι συνθήκες κατοικίας ήταν σαφώς δυσκολότερες από τις σημερινές. Η ύδρευση, η αποχέτευση, η θέρμανση και οι οικιακές ανέσεις που σήμερα θεωρούνται δεδομένες δεν υπήρχαν παντού.
Η εικόνα όμως δεν ήταν ίδια σε κάθε σπίτι και σε κάθε περιοχή. Άλλες συνθήκες επικρατούσαν στα αστικά κέντρα και άλλες σε απομονωμένα χωριά, γι’ αυτό οι γενικεύσεις του τύπου «κανείς δεν είχε τουαλέτα» ή «όλοι ζούσαν σε παράγκες» δεν περιγράφουν με ακρίβεια ολόκληρη την Ελλάδα.

Οι κοινωνικές σχέσεις ήταν πράγματι διαφορετικές
Πολλοί άνθρωποι που νοσταλγούν εκείνες τις δεκαετίες θυμούνται τις γειτονιές, τις μεγαλύτερες οικογένειες και την καθημερινή επαφή με συγγενείς και φίλους. Αυτές είναι πραγματικές προσωπικές εμπειρίες και δεν χρειάζεται να απορρίπτονται.
Ταυτόχρονα όμως η κοινωνία ήταν πολύ πιο περιοριστική σε αρκετά ζητήματα. Οι γυναίκες είχαν λιγότερη οικονομική και κοινωνική ανεξαρτησία, η ενδοοικογενειακή βία αντιμετωπιζόταν διαφορετικά και άνθρωποι με ψυχικές ή αναπτυξιακές δυσκολίες συχνά βίωναν πολύ μεγαλύτερο στιγματισμό.
Ήταν λοιπόν καλύτερη η ζωή πριν από 50 χρόνια;
Δεν υπάρχει μία απάντηση που να περιγράφει την εμπειρία όλων. Κάποιος μπορεί να θυμάται με αγάπη την παιδική του ηλικία, την αίσθηση της γειτονιάς και έναν λιγότερο αγχωτικό τρόπο ζωής χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι αντικειμενικές συνθήκες ζωής ήταν καλύτερες σε κάθε τομέα.
Η έρευνα του Pew έχει ενδιαφέρον ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο. Δεν αποδεικνύει ότι η Ελλάδα του 1967 ήταν καλύτερη από την Ελλάδα του 2017. Δείχνει ότι εκείνη τη στιγμή ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων ένιωθε ότι η ζωή είχε γίνει χειρότερη.
Και ίσως αυτή να είναι η βασική διαφορά ανάμεσα στη μνήμη και στην ιστορία. Η πρώτη κρατά κυρίως όσα μας έκαναν να αισθανόμαστε καλά. Η δεύτερη χρειάζεται να θυμάται ολόκληρη την εικόνα.












