Υπάρχει μια πολύ γνωστή ιστορία σύμφωνα με την οποία μια μητέρα ρώτησε τον Άλμπερτ Αϊνστάιν τι θα μπορούσε να κάνει για να βοηθήσει το μικρό παιδί της να γίνει πιο έξυπνο. Η απάντηση που του αποδίδεται είναι απλή: «Να του διαβάζετε παραμύθια». Όταν εκείνη ρώτησε τι άλλο θα μπορούσε να κάνει, εκείνος φέρεται να απάντησε: «Να του διαβάζετε περισσότερα παραμύθια».
Η ιστορία έχει κυκλοφορήσει εδώ και δεκαετίες, όμως δεν υπάρχει αξιόπιστη πρωτογενής πηγή που να αποδεικνύει ότι ο Αϊνστάιν είπε πράγματι αυτά τα λόγια. Παρ’ όλα αυτά, η ιδέα πίσω από τη φράση έχει ενδιαφέρον, γιατί η σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι η ανάγνωση και η αφήγηση ιστοριών μπορούν πράγματι να βοηθήσουν σημαντικά τη γλωσσική, αφηγηματική και κοινωνική ανάπτυξη των παιδιών.
Τα παραμύθια βοηθούν τα παιδιά να κατανοούν τις ιστορίες και τη γλώσσα
Όταν ένα παιδί ακούει ένα παραμύθι, παρακολουθεί μια αλληλουχία γεγονότων: κάποιος ήρωας έχει έναν στόχο, συναντά ένα πρόβλημα, παίρνει αποφάσεις και τελικά οδηγείται σε κάποια λύση. Μέσα από αυτή τη διαδικασία το παιδί αρχίζει να κατανοεί καλύτερα πώς δομείται μια ιστορία και πώς συνδέονται η αιτία και το αποτέλεσμα.
Η διαδραστική ανάγνωση, δηλαδή όταν ο γονιός δεν διαβάζει απλώς το κείμενο αλλά συζητά με το παιδί, κάνει ερωτήσεις και το ενθαρρύνει να προβλέψει τι θα συμβεί στη συνέχεια, φαίνεται να έχει θετική επίδραση στις αφηγηματικές ικανότητες των μικρών παιδιών.
Τα παραμύθια προσφέρουν επίσης νέες λέξεις και εκφράσεις που το παιδί μπορεί να μη συναντά τόσο συχνά στην καθημερινή συζήτηση. Με τον χρόνο αυτό μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη του λεξιλογίου και της κατανόησης του λόγου.
Μπορούν να ανοίξουν συζητήσεις για φόβους και δύσκολα συναισθήματα
Πολλά παραδοσιακά παραμύθια περιλαμβάνουν φόβο, απώλεια, ζήλια, εγκατάλειψη, απειλή ή σύγκρουση. Αυτά τα στοιχεία μπορεί να φαίνονται έντονα στους ενήλικες, όμως μέσα στο ασφαλές πλαίσιο μιας ιστορίας μπορούν να δώσουν αφορμή για συζήτηση.
Η μελετήτρια των παραμυθιών Maria Tatar έχει επισημάνει ότι οι ιστορίες αυτές συχνά επιτρέπουν στα παιδιά να εξερευνούν δύσκολες πλευρές της ζωής μέσα στον ασφαλή χώρο του «μια φορά κι έναν καιρό». Τα παραμύθια λειτουργούν έτσι σαν μια συμβολική γλώσσα μέσω της οποίας μπορούν να συζητηθούν φόβοι και ανησυχίες που το παιδί ίσως δυσκολεύεται να εκφράσει διαφορετικά.
Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο ρόλος του ενήλικα που διαβάζει. Ένας γονιός μπορεί να σταματήσει την ιστορία, να εξηγήσει κάτι που τρόμαξε το παιδί, να απαντήσει σε ερωτήσεις και να συνδέσει όσα συμβαίνουν στο παραμύθι με πραγματικές καταστάσεις.
Οι «δράκοι» των παραμυθιών δεν είναι πάντα κακό πράγμα
Στον συγγραφέα G.K. Chesterton αποδίδεται συχνά η ιδέα ότι τα παραμύθια δεν μαθαίνουν στα παιδιά ότι υπάρχουν τέρατα, αλλά ότι τα τέρατα μπορούν να νικηθούν. Η πραγματική διατύπωσή του ήταν πιο σύνθετη: έγραφε ότι τα παιδιά γνωρίζουν ήδη τον φόβο και ότι τα παραμύθια τους δίνουν την εικόνα πως αυτός ο φόβος μπορεί να αντιμετωπιστεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τρομακτική ιστορία είναι κατάλληλη για κάθε παιδί. Η ηλικία, η ιδιοσυγκρασία και ο τρόπος με τον οποίο το παιδί αντιδρά σε μια ιστορία έχουν σημασία. Ένα παιδί μπορεί να διασκεδάζει με μια μάγισσα ή έναν δράκο, ενώ ένα άλλο μπορεί να φοβηθεί έντονα από την ίδια σκηνή.
Για αυτό είναι χρήσιμο οι γονείς να επιλέγουν ιστορίες που ταιριάζουν στην ηλικία και την ευαισθησία του παιδιού και να παρακολουθούν τις αντιδράσεις του.
Τα παραμύθια καλλιεργούν τη φαντασία χωρίς να δίνουν πάντα ένα «ηθικό δίδαγμα»
Τα παραμύθια ταξιδεύουν τα παιδιά σε κόσμους που δεν υπάρχουν στην καθημερινότητα. Εκεί μπορούν να φανταστούν λύσεις που ξεπερνούν το προφανές, να προβλέψουν διαφορετικές εκβάσεις και να δουν τον κόσμο μέσα από τα μάτια άλλων χαρακτήρων.
Δεν χρειάζεται όμως κάθε ιστορία να αντιμετωπίζεται σαν μάθημα με ένα μοναδικό σωστό μήνυμα. Η Maria Tatar έχει επισημάνει ότι πολλά κλασικά παραμύθια είναι πιο σύνθετα και ηθικά αμφίσημα απ’ όσο πιστεύουμε. Μερικές φορές οι «καλοί» ήρωες κάνουν αμφιλεγόμενες πράξεις και οι ιστορίες αφήνουν χώρο για διαφορετικές ερμηνείες.
Αυτό μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για τη συζήτηση με μεγαλύτερα παιδιά. Αντί να τους λέμε απλώς «αυτός είναι καλός και αυτός είναι κακός», μπορούμε να τα ρωτήσουμε γιατί ένας χαρακτήρας πήρε μια συγκεκριμένη απόφαση και τι θα έκαναν εκείνα στη θέση του.
Δεν χρειάζεται να θεωρούμε όλες τις παλιές θεωρίες επιστημονικά δεδομένα
Ο Bruno Bettelheim υποστήριξε τον 20ό αιώνα ότι τα παραμύθια είχαν βαθιά ψυχολογική και θεραπευτική αξία για τα παιδιά. Οι ιδέες του άσκησαν μεγάλη επιρροή, αλλά σήμερα δεν θεωρούνται όλες επιστημονικά αποδεδειγμένες και αρκετές από τις ερμηνείες του έχουν δεχθεί κριτική.
Αυτό που μπορούμε να πούμε με μεγαλύτερη ασφάλεια είναι ότι η παιδική λογοτεχνία και η αφήγηση ιστοριών μπορούν να υποστηρίξουν τη γλώσσα, την αφήγηση, τη συζήτηση και την κατανόηση συναισθημάτων. Δεν χρειάζεται να θεωρούμε ότι κάθε παραμύθι «θεραπεύει» το παιδί ή ότι κάθε σκοτεινό θέμα είναι απαραίτητα ωφέλιμο.
Το σημαντικότερο είναι να διαβάζουμε μαζί με τα παιδιά
Η αξία ενός παραμυθιού δεν βρίσκεται μόνο στην ίδια την ιστορία αλλά και στη στιγμή που δημιουργείται γύρω από αυτή. Όταν ένας γονιός κάθεται δίπλα στο παιδί, διαβάζει, ακούει τις απορίες του και συζητά μαζί του, η ανάγνωση γίνεται μια κοινή εμπειρία.
Μπορείτε να ρωτήσετε το παιδί τι πιστεύει ότι θα συμβεί στη συνέχεια, ποιος χαρακτήρας του άρεσε περισσότερο, τι το φόβισε ή πώς θα άλλαζε το τέλος. Με αυτόν τον τρόπο το παραμύθι δεν είναι απλώς ένα κείμενο που ακούει παθητικά, αλλά αφετηρία για σκέψη και επικοινωνία.
Τα παραμύθια δεν κάνουν από μόνα τους ένα παιδί πιο έξυπνο και δεν αποτελούν μαγική λύση για την ανάπτυξή του. Μπορούν όμως να προσφέρουν λέξεις, εικόνες, ιδέες και ερωτήματα που βοηθούν το παιδί να κατανοεί καλύτερα τις ιστορίες, τα συναισθήματα και τον κόσμο γύρω του.












