Η σχέση ενός πατέρα με την κόρη του μπορεί να είναι βαθιά, τρυφερή και καθοριστική για την οικογενειακή τους ζωή. Αυτό έχει οδηγήσει πολλές φορές στην απλοϊκή εξήγηση ότι υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος «βιολογικός δεσμός» ή ακόμη και συγκεκριμένα γονίδια που κάνουν τους μπαμπάδες να «λιώνουν» περισσότερο για τις κόρες τους.
Η επιστήμη δεν έχει δείξει κάτι τόσο απλό. Δεν υπάρχει κάποιο ειδικό «DNA πατέρα και κόρης» που δημιουργεί από μόνο του αυτή τη σχέση. Υπάρχουν όμως ενδιαφέροντα ευρήματα για τον τρόπο με τον οποίο ορισμένοι πατέρες συμπεριφέρονται διαφορετικά σε κόρες και γιους, καθώς και ισχυρά στοιχεία για το πόσο σημαντική μπορεί να είναι γενικότερα η ενεργή και υποστηρικτική παρουσία ενός πατέρα στη ζωή ενός παιδιού.

Υπάρχει πράγματι ειδικό DNA που συνδέει πατέρα και κόρη;
Όχι με τον τρόπο που συχνά παρουσιάζεται σε δημοφιλή άρθρα. Κάθε παιδί κληρονομεί περίπου το μισό πυρηνικό DNA του από τον πατέρα και το άλλο μισό από τη μητέρα. Οι κόρες κληρονομούν από τον πατέρα τους και το Χ χρωμόσωμά του, ενώ οι γιοι κληρονομούν το Υ χρωμόσωμα.
Αυτό είναι μια πραγματική γενετική διαφορά, αλλά δεν σημαίνει ότι το Χ χρωμόσωμα δημιουργεί έναν ιδιαίτερο συναισθηματικό δεσμό πατέρα και κόρης. Δεν υπάρχουν γνωστά «γονίδια αγάπης» που να κάνουν έναν πατέρα περισσότερο δεμένο με την κόρη του.
Η ποιότητα μιας σχέσης διαμορφώνεται από πολύ περισσότερα πράγματα: την καθημερινή παρουσία, την ανταπόκριση στις ανάγκες του παιδιού, την επικοινωνία, την προσωπικότητα, τις κοινές εμπειρίες και το ευρύτερο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον.
Τι έδειξε μια ενδιαφέρουσα μελέτη για πατέρες και κόρες;
Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2017 εξέτασε πατέρες μικρών παιδιών και συνέκρινε τη συμπεριφορά εκείνων που είχαν κόρες με εκείνους που είχαν γιους.
Οι ερευνητές κατέγραψαν φυσικές καθημερινές αλληλεπιδράσεις και διαπίστωσαν ότι, κατά μέσο όρο, οι πατέρες κοριτσιών ήταν περισσότερο προσεκτικοί και ανταποκρίνονταν συχνότερα όταν η κόρη τους ζητούσε την προσοχή τους. Τραγουδούσαν επίσης περισσότερο στις κόρες τους και χρησιμοποιούσαν περισσότερες λέξεις που σχετίζονταν με συναισθήματα όπως η λύπη.
Οι πατέρες αγοριών, από την άλλη πλευρά, συμμετείχαν περισσότερο σε πιο έντονο σωματικό παιχνίδι και χρησιμοποιούσαν συχνότερα λέξεις σχετικές με την επίδοση, όπως «νίκη», «περήφανος» και «κορυφή».
Αυτές είναι μέσες διαφορές που παρατηρήθηκαν στο συγκεκριμένο δείγμα και δεν σημαίνουν ότι κάθε πατέρας συμπεριφέρεται έτσι.
Τι έδειξαν οι εγκεφαλικές απεικονίσεις;
Στο ίδιο ερευνητικό πρόγραμμα οι πατέρες υποβλήθηκαν σε λειτουργική μαγνητική τομογραφία ενώ έβλεπαν φωτογραφίες του παιδιού τους με διαφορετικές εκφράσεις.
Οι πατέρες κοριτσιών εμφάνισαν ισχυρότερη εγκεφαλική απόκριση στις χαρούμενες εκφράσεις των κοριτσιών σε περιοχές που σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με την επεξεργασία συναισθήματος και ανταμοιβής. Οι πατέρες αγοριών εμφάνισαν διαφορετικό μοτίβο ανταπόκρισης στις ουδέτερες εκφράσεις των γιων τους.
Εδώ χρειάζεται μια πολύ σημαντική διευκρίνιση. Οι ερευνητές δεν απέδειξαν ότι οι πατέρες είναι «βιολογικά προγραμματισμένοι» να αγαπούν διαφορετικά τις κόρες και τους γιους τους.
Δεν μπορούσαν να γνωρίζουν αν οι διαφορές σχετίζονταν περισσότερο με βιολογικούς παράγοντες ή με κοινωνικές προσδοκίες και στερεότυπα γύρω από το φύλο. Πιθανότατα η ανθρώπινη συμπεριφορά επηρεάζεται από έναν πολύ πιο σύνθετο συνδυασμό παραγόντων.

Οι ορμόνες εξηγούν τον δεσμό πατέρα και κόρης;
Ορμόνες και νευροχημικά συστήματα, μεταξύ των οποίων η ωκυτοκίνη, έχουν μελετηθεί ευρύτερα στη γονεϊκή συμπεριφορά και στις κοινωνικές σχέσεις. Δεν είναι όμως σωστό να λέμε ότι συγκεκριμένες ορμόνες δημιουργούν ειδικά έναν μοναδικό δεσμό μεταξύ πατέρα και κόρης.
Η ανθρώπινη σύνδεση δεν λειτουργεί σαν ένας απλός διακόπτης που ενεργοποιείται από μία χημική ουσία. Περιλαμβάνει βιολογικούς μηχανισμούς, εμπειρίες, συμπεριφορά, οικογενειακό πλαίσιο και επαναλαμβανόμενες αλληλεπιδράσεις.
Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει μία «ορμόνη της αγάπης» που εξηγεί γιατί ένας συγκεκριμένος πατέρας είναι στενά δεμένος με την κόρη του.
Αυτό που μετρά περισσότερο είναι η συμμετοχή του πατέρα
Αν υπάρχει ένα σταθερό εύρημα στην έρευνα, είναι ότι η ενεργή και ουσιαστική συμμετοχή του πατέρα στη ζωή του παιδιού έχει σημασία.
Συστηματικές ανασκοπήσεις έχουν συνδέσει την τακτική πατρική συμμετοχή με θετικές εκβάσεις σε τομείς όπως η κοινωνική συμπεριφορά, η συναισθηματική προσαρμογή και η γνωστική ανάπτυξη των παιδιών.
Δεν φαίνεται να υπάρχει μία «μαγική δραστηριότητα» που πρέπει να κάνει ένας πατέρας. Το σημαντικότερο είναι περισσότερο η ποιότητα και η συνέπεια της σχέσης: να είναι διαθέσιμος, να συμμετέχει, να ακούει και να ενδιαφέρεται πραγματικά για το παιδί.
Γιατί οι κοινές εμπειρίες ενισχύουν τη σχέση;
Το παιχνίδι, μια βόλτα, ο αθλητισμός, η μαγειρική, η βοήθεια στα μαθήματα ή ένα κοινό χόμπι μπορούν να δημιουργήσουν ευκαιρίες για συζήτηση και συνεργασία.
Δεν έχει σημασία αν η δραστηριότητα θεωρείται «πατρική», «κοριτσίστικη» ή «αγορίστικη». Περισσότερο μετρά το αν πατέρας και παιδί απολαμβάνουν πραγματικά τον χρόνο που περνούν μαζί.
Μέσα από τέτοιες καθημερινές εμπειρίες ένας πατέρας γνωρίζει καλύτερα την προσωπικότητα, τις ανησυχίες και τα ενδιαφέροντα της κόρης του, ενώ το παιδί βλέπει στην πράξη ότι ο γονιός του ενδιαφέρεται για όσα έχουν σημασία για εκείνο.
Τι ρόλο παίζει ο τρόπος που ένας πατέρας μιλά στην κόρη του;
Η επικοινωνία έχει ιδιαίτερη σημασία. Ένας πατέρας μπορεί να βοηθήσει μια κόρη να αισθανθεί ότι η γνώμη και τα συναισθήματά της ακούγονται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να συμφωνεί πάντα μαζί της.
Η ειλικρινής συζήτηση, η αποδοχή των συναισθημάτων και η δυνατότητα να γίνει ένα λάθος χωρίς χλευασμό ή υπερβολική κριτική μπορούν να δημιουργήσουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από την παλιότερη ιδέα του πατέρα που πρέπει να είναι μόνο αυστηρός, απόμακρος ή αποκλειστικά υπεύθυνος για την πειθαρχία.
Ο πατέρας επηρεάζει την αυτοεκτίμηση της κόρης;
Η σχέση με τους γονείς αποτελεί έναν από πολλούς παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο ένα παιδί βλέπει τον εαυτό του. Δεν είναι όμως σωστό να λέμε ότι ένας πατέρας «καθορίζει» την αυτοεκτίμηση της κόρης του.
Ένα κορίτσι επηρεάζεται επίσης από τη μητέρα ή άλλους φροντιστές, από φίλους, το σχολείο, την κοινωνία, τις προσωπικές του εμπειρίες και την ίδια του την ιδιοσυγκρασία.
Ένας πατέρας μπορεί, παρ’ όλα αυτά, να συμβάλει θετικά όταν ενδιαφέρεται για τις σκέψεις και τις ικανότητες της κόρης του, όταν την ενθαρρύνει να δοκιμάζει πράγματα και όταν αποφεύγει να συνδέει υπερβολικά την αξία της με την εμφάνισή της ή με στερεότυπα γύρω από το φύλο.
Δεν υπάρχει ένας μοναδικός «σωστός» τρόπος να είσαι πατέρας
Η επιστημονική έρευνα για την πατρότητα έχει εξελιχθεί σημαντικά. Οι σύγχρονες προσεγγίσεις αναγνωρίζουν ότι οι οικογένειες έχουν διαφορετικές μορφές και ότι ο ρόλος ενός πατέρα επηρεάζεται από την κουλτούρα, τις συνθήκες ζωής, τη σχέση με τους άλλους φροντιστές και πολλούς ακόμη παράγοντες.
Γι’ αυτό είναι υπερβολικά απλό να λέμε ότι «οι μπαμπάδες είναι έτσι» ή ότι «οι κόρες χρειάζονται αυτό». Υπάρχει τεράστια ποικιλία στις πραγματικές σχέσεις.
Αυτό που φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία δεν είναι αν ένας πατέρας ταιριάζει σε κάποιο παραδοσιακό πρότυπο, αλλά αν είναι διαθέσιμος, υποστηρικτικός και ουσιαστικά παρών.
Τι γνωρίζουμε τελικά για τον ιδιαίτερο δεσμό πατέρα και κόρης;
Η επιστήμη δεν μας δίνει μια ρομαντική ιστορία για ειδικά γονίδια που ενώνουν πατέρες και κόρες. Μας δίνει κάτι πιο ενδιαφέρον.
Ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι οι πατέρες μπορεί να αλληλεπιδρούν διαφορετικά με κόρες και γιους, ακόμη και χωρίς να το συνειδητοποιούν. Δεν γνωρίζουμε όμως σε ποιον βαθμό αυτές οι διαφορές προέρχονται από τη βιολογία και σε ποιον από τις κοινωνικές αντιλήψεις για το φύλο.
Αυτό που γνωρίζουμε με μεγαλύτερη βεβαιότητα είναι ότι η ενεργή, σταθερή και θετική παρουσία ενός πατέρα μπορεί να έχει αξία για την ανάπτυξη ενός παιδιού, είτε πρόκειται για κόρη είτε για γιο.
Ο δυνατός δεσμός δεν κρύβεται σε κάποια μυστηριώδη «γραμμή DNA». Χτίζεται κυρίως μέσα στον χρόνο: στις συζητήσεις, στις κοινές εμπειρίες, στην εμπιστοσύνη, στην υποστήριξη και στην αίσθηση του παιδιού ότι ο πατέρας του είναι πραγματικά παρών όταν τον χρειάζεται.












