Έχετε πιθανότατα ακούσει ότι το μεγαλύτερο παιδί μιας οικογένειας είναι πιο υπεύθυνο, το μικρότερο πιο ανέμελο και το μοναχοπαίδι πιο απαιτητικό. Πρόκειται για στερεότυπα που επαναλαμβάνονται εδώ και δεκαετίες και συχνά φαίνονται πειστικά όταν σκεφτόμαστε τη δική μας οικογένεια.
Μπορεί όμως πραγματικά η σειρά με την οποία γεννηθήκαμε να καθορίζει την προσωπικότητά μας; Η απάντηση της σύγχρονης έρευνας είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα και πολύ λιγότερο απόλυτη.
Από πού ξεκίνησε η θεωρία της σειράς γέννησης;
Η ιδέα συνδέεται κυρίως με τον Αυστριακό ψυχίατρο και ψυχοθεραπευτή Άλφρεντ Άντλερ, έναν από τους σημαντικούς εκπροσώπους της πρώιμης ψυχολογίας του 20ού αιώνα.
Ο Άντλερ θεωρούσε ότι η θέση ενός παιδιού μέσα στην οικογένεια μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τους άλλους. Δεν πίστευε απλώς ότι ο αριθμός «πρώτο, δεύτερο ή τρίτο παιδί» δημιουργεί αυτόματα έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα. Μεγαλύτερη σημασία είχε, κατά τη θεωρία του, το πώς βιώνει το ίδιο το παιδί τη θέση του μέσα στην οικογένεια.
Με τον καιρό όμως οι ιδέες αυτές απλοποιήθηκαν και μετατράπηκαν σε πολύ συγκεκριμένα στερεότυπα.
Τι λέει η κλασική θεωρία για το πρωτότοκο παιδί;
Σύμφωνα με τις παραδοσιακές θεωρίες γύρω από τη σειρά γέννησης, το πρώτο παιδί συχνά περιγράφεται ως υπεύθυνο, οργανωμένο και περισσότερο προσανατολισμένο στην επίτευξη στόχων.
Η εξήγηση ήταν ότι το πρωτότοκο περνά ένα χρονικό διάστημα ως μοναχοπαίδι και στη συνέχεια καλείται να προσαρμοστεί στην άφιξη ενός μικρότερου αδελφού. Σε ορισμένες οικογένειες μπορεί επίσης να αναλαμβάνει περισσότερες ευθύνες.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλα τα πρωτότοκα παιδιά αναπτύσσουν αυτά τα χαρακτηριστικά. Οι μεγάλες σύγχρονες μελέτες δεν έχουν βρει ισχυρή και σταθερή σχέση ανάμεσα στο να είναι κάποιος πρωτότοκος και σε συγκεκριμένο τύπο προσωπικότητας.
Είναι πράγματι διαφορετικά τα μεσαία παιδιά;
Η γνωστή εικόνα του «μεσαίου παιδιού» το παρουσιάζει συχνά ως πιο ανεξάρτητο, πιο διπλωματικό ή ως κάποιον που προσπαθεί να βρει τη δική του θέση ανάμεσα στο μεγαλύτερο και το μικρότερο αδελφό.
Αυτές οι περιγραφές μπορεί πράγματι να ταιριάζουν σε ορισμένες οικογένειες, αλλά δεν αποτελούν επιστημονικό κανόνα. Δεν υπάρχουν ισχυρά στοιχεία ότι τα μεσαία παιδιά είναι συστηματικά πιο φιλόδοξα, πιο ανθεκτικά ή λιγότερο εγωιστικά από τα υπόλοιπα.
Τι ισχύει για το μικρότερο παιδί;
Ένα ακόμη δημοφιλές στερεότυπο θέλει το μικρότερο παιδί να είναι πιο κοινωνικό, πιο ανέμελο και με μεγαλύτερη διάθεση να τραβά την προσοχή.
Η υπόθεση είναι ότι οι γονείς μπορεί να έχουν περισσότερη εμπειρία όταν φτάνει το μικρότερο παιδί και να είναι κάποιες φορές λιγότερο αυστηροί. Αυτό όμως εξαρτάται από την οικογένεια, την ηλικιακή διαφορά των αδελφών, τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες και πολλούς άλλους παράγοντες.
Δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία ότι τα μικρότερα παιδιά γίνονται συστηματικά καλύτεροι αθλητές, μουσικοί ή καλλιτέχνες, όπως συχνά αναφέρεται σε δημοφιλείς λίστες στο διαδίκτυο.
Και τα μοναχοπαίδια;
Τα μοναχοπαίδια έχουν ίσως υποστεί τα περισσότερα στερεότυπα. Συχνά χαρακτηρίζονται «κακομαθημένα», εγωκεντρικά ή λιγότερο κοινωνικά επειδή μεγαλώνουν χωρίς αδέλφια.
Η σύγχρονη έρευνα δεν δικαιολογεί τέτοιες γενικεύσεις. Το γεγονός ότι ένα παιδί μεγαλώνει χωρίς αδελφό ή αδελφή δεν σημαίνει από μόνο του ότι θα γίνει εγωιστικό, εξαρτημένο ή ότι θα δυσκολεύεται στις κοινωνικές σχέσεις.
Το οικογενειακό περιβάλλον, ο τρόπος ανατροφής, οι σχέσεις με συνομηλίκους και πολλές ακόμη εμπειρίες παίζουν πολύ μεγαλύτερο ρόλο από μια απλή κατηγορία όπως «μοναχοπαίδι».
Τι έδειξε η μεγάλη μελέτη σε περισσότερους από 20.000 ανθρώπους;
Μία από τις σημαντικότερες μελέτες για το θέμα δημοσιεύθηκε το 2015 από ερευνητές των Πανεπιστημίων της Λειψίας και Johannes Gutenberg του Mainz.
Οι επιστήμονες εξέτασαν δεδομένα από περισσότερους από 20.000 ανθρώπους στη Γερμανία, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Μεγάλη Βρετανία και συνέκριναν τόσο ανθρώπους διαφορετικών οικογενειών όσο και αδέλφια μέσα στην ίδια οικογένεια.
Το αποτέλεσμα ήταν αρκετά ξεκάθαρο: δεν βρήκαν ουσιαστική επίδραση της σειράς γέννησης στην εξωστρέφεια, στη συναισθηματική σταθερότητα, στην ευσυνειδησία, στην προσήνεια ή στη δεκτικότητα σε νέες εμπειρίες.
Με άλλα λόγια, δεν επιβεβαιώθηκε η ιδέα ότι τα πρωτότοκα έχουν έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα και τα μικρότερα έναν διαφορετικό.
Υπάρχει όμως μια μικρή διαφορά στη νοημοσύνη;
Εδώ τα αποτελέσματα είναι λίγο διαφορετικά. Μεγάλες μελέτες έχουν βρει μια μικρή τάση τα πρωτότοκα παιδιά να έχουν ελαφρώς υψηλότερες επιδόσεις σε ορισμένα τεστ νοημοσύνης σε σύγκριση με παιδιά που γεννήθηκαν αργότερα.
Η διαφορά είναι μικρή και δεν σημαίνει ότι ένα πρωτότοκο παιδί είναι από τη φύση του «πιο έξυπνο» από το μικρότερο αδελφό του. Πιθανές εξηγήσεις σχετίζονται περισσότερο με το οικογενειακό περιβάλλον, την κατανομή του χρόνου και της προσοχής των γονέων και τις εμπειρίες των παιδιών όσο μεγαλώνουν.
Τι έδειξε η έρευνα σε 377.000 μαθητές;
Μια δεύτερη πολύ μεγάλη μελέτη εξέτασε περίπου 377.000 μαθητές λυκείου στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ερευνητές ανέλυσαν τη σχέση της σειράς γέννησης με την προσωπικότητα και τη νοημοσύνη, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως το φύλο, το μέγεθος της οικογένειας, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των γονέων και τη δομή της οικογένειας.
Βρήκαν κάποιες μικρές διαφορές. Τα πρωτότοκα, για παράδειγμα, εμφάνιζαν κατά μέσο όρο ελαφρώς διαφορετικές βαθμολογίες σε ορισμένα χαρακτηριστικά και λίγο υψηλότερες επιδόσεις σε τεστ νοημοσύνης.
Το σημαντικό όμως είναι το μέγεθος αυτών των διαφορών. Οι ίδιοι οι ερευνητές τόνισαν ότι ήταν τόσο μικρές ώστε ουσιαστικά δεν έχουν πρακτική αξία όταν προσπαθούμε να προβλέψουμε την προσωπικότητα ενός συγκεκριμένου ανθρώπου.
Άρα επηρεάζει τελικά η σειρά γέννησης την προσωπικότητα;
Η καλύτερη απάντηση με βάση τα σημερινά δεδομένα είναι: πολύ λιγότερο απ’ όσο πιστεύουμε.
Η σειρά γέννησης μπορεί να επηρεάζει κάποιες οικογενειακές εμπειρίες. Ένα μεγαλύτερο παιδί μπορεί πράγματι να αναλαμβάνει περισσότερες ευθύνες, ενώ ένα μικρότερο μπορεί να μεγαλώνει με γονείς που έχουν πλέον περισσότερη εμπειρία. Αυτές όμως είναι συνθήκες ζωής και όχι προκαθορισμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας.
Η προσωπικότητά μας διαμορφώνεται από έναν πολύ πιο σύνθετο συνδυασμό γενετικών παραγόντων, οικογενειακού περιβάλλοντος, κοινωνικών εμπειριών, σχέσεων, εκπαίδευσης και προσωπικών επιλογών.
Έτσι, το να γνωρίζουμε αν κάποιος είναι πρωτότοκος, μεσαίο παιδί, μικρότερος ή μοναχοπαίδι μπορεί να αποτελέσει μια ενδιαφέρουσα πληροφορία για την οικογενειακή του ιστορία. Δεν αρκεί όμως για να μας πει τι άνθρωπος είναι.












