Μια βαθιά προσωπική μαρτυρία για την απώλεια ενός παιδιού έχει αναδημοσιευτεί πολλές φορές στο ελληνικό διαδίκτυο. Το κείμενο υπογράφεται από μια μητέρα με το όνομα Μαρία-Ελένη, η οποία γράφει για την κόρη της, Άννα.
Η μητέρα έγραψε τη μαρτυρία της δύο χρόνια μετά τον θάνατο της κόρης της, περιγράφοντας χωρίς ωραιοποίηση το πένθος, τις αναμνήσεις, τις ενοχές ακόμη και τις μικρές στιγμές χαράς που άρχισαν να επιστρέφουν στη ζωή της.
Το παρακάτω κείμενο αποτελεί προσωπική μαρτυρία που έχει δημοσιευτεί και αναδημοσιευτεί με την υπογραφή «Μαρία-Ελένη, Μαμά της Άννας». Οι εμπειρίες και οι σκέψεις που περιγράφονται εκφράζουν την ίδια.
«Η Άννα μου διαγνώστηκε όταν ήταν 11 ετών»
«Η Άννα μου διαγνώστηκε με μία σπάνια μορφή καρκίνου όταν ήταν 11 ετών. Η ασθένειά της την ταλαιπώρησε καθ’ όλη τη διάρκεια της εφηβείας της, μέχρι που τελικά πέθανε εδώ, στο σπίτι, στο δωμάτιό της.
Τα τελευταία της λόγια ήταν: “Μαμά, σε αγαπώ πολύ. Ήρθε η ώρα να φύγω. Μην ανησυχείς”.
Δεν είχα το κουράγιο ούτε τον γιατρό να πάρω τηλέφωνο να έρθει να πιστοποιήσει τον θάνατό της. Ο γιατρός και το γραφείο κηδειών κλήθηκαν τρεις ώρες μετά.
Τελευταία φορά την είδα ντυμένη νυφούλα στην κηδεία της. Ήταν πανέμορφη, όπως όταν ζούσε.
Το πρόσωπό της ήταν κουκλίστικο και τα ματάκια της κλειστά. Το μέτωπό της ήταν κρύο σαν πέτρα. Ήταν το ίδιο μέτωπο που είχα αγγίξει τόσες φορές για να δω αν έχει πυρετό. Το ίδιο μέτωπο που τόσες φορές είχα φιλήσει όταν ήταν μικρή.
Ήταν ένα παιδί χαμογελαστό, ένα παιδί καλό που αγαπούσε ό,τι περπατούσε».
«Αυτός ο κάποιος ήταν η κόρη μου»
«Κι όμως, έπρεπε να πω αντίο. Έπρεπε να συνεχίσω να ζω.
Αυτό πρέπει να κάνεις όταν κάποιος πεθαίνει. Μόνο που αυτός ο κάποιος δεν ήταν ο οποιοσδήποτε. Ήταν η κόρη μου, το παιδί μου.
Ήθελα να ξαπλώσω δίπλα της και να πεθάνω την ίδια στιγμή. Προτιμούσα να θαφτώ κι εγώ μαζί της παρά να την αποχωριστώ.
Τον πρώτο καιρό σου φαίνεται βουνό. Βρίσκεσαι σε άρνηση και δεν αφήνεις το μυαλό σου να συνειδητοποιήσει τι έχει συμβεί».
Η καθημερινότητα χωρίς την Άννα
«Τον πρώτο καιρό το μόνο που σκεφτόμουν ήταν τα τελευταία λεπτά της ζωής της και τις τελευταίες στιγμές πριν από την κηδεία.
Δεν θα ξαναδώ το εικονίδιο με τη φωτογραφία της στο Messenger. Δεν θα ξανακούσω την πόρτα να ανοίγει και να είναι εκείνη.
Δεν θα τη δω να μπαίνει στην κουζίνα και να με ρωτάει πόση ώρα χρειάζεται ένα αυγό για να γίνει σφιχτό όταν βράζει.
Το δωμάτιό της είναι άδειο και θα παραμείνει έτσι».
«Η ίδια η Άννα υπήρξε ή ήταν μια οπτασία;»
Με τον χρόνο, όπως γράφει η Μαρία-Ελένη, το πένθος άρχισε να εμφανίζεται με διαφορετικό τρόπο.
«Η γέννησή της, η παιδική της ηλικία υπήρξαν όντως; Η ίδια η Άννα υπήρξε ή ήταν μια οπτασία;
Ποια είναι η πραγματικότητα; Αυτή που ζω ή αυτή που ζούσα μέχρι τότε;
Τις ημέρες που δεν είμαι καλά, ακόμη και αυτή η σκέψη με ενοχλεί. Νιώθω σαν να την κοροϊδεύω. Πώς γίνεται να αμφιβάλλω αν η κόρη μου υπήρξε;»
«Η θλίψη αλλάζει μορφή με τον καιρό»
«Η θλίψη αλλάζει μορφή με τον καιρό, αλλάζει σχήμα.
Τον πρώτο χρόνο ήταν οδυνηρή. Ήταν σαν ένα χέρι να είχε πιάσει την καρδιά μου και να την έσφιγγε.
Αργότερα η θλίψη έμοιαζε περισσότερο με έναν μανδύα πάνω στους ώμους μου. Μερικές φορές καλύπτει όλο μου το σώμα και πονάει. Άλλες φορές μπορώ να αντέξω τον πόνο και να σηκωθώ».
Οι στιγμές χαράς και η ενοχή
Για τη μητέρα, ακόμη και η επιστροφή μικρών στιγμών χαράς δημιούργησε δύσκολα συναισθήματα.
«Και η χαρά έχει πάρει διαφορετική μορφή. Το γεγονός ότι κάποιες στιγμές χαίρομαι χωρίς να έχω την Άννα δίπλα μου είναι τρομακτικό.
Τι σημαίνει; Ότι συνεχίζω τη ζωή μου; Ότι θεραπεύομαι;
Μισώ λέξεις όπως “προχωράω” και “θεραπεύομαι”. Αυτά τα συναισθήματα μου φαίνονται τελείως λάθος.
Εξακολουθώ να κουβαλώ μαζί μου την Άννα όπου κι αν πάω. Τη νιώθω κοντά μου, αλλά δεν μπορώ να την αγγίξω.
Θέλω μόνο να αγγίξω το χέρι της, τα μαλλιά της ή να ακούσω τη φωνή της, αλλά δεν μπορώ».
Ο φόβος μήπως ξεθωριάσουν οι αναμνήσεις
«Κάθε χρόνος που περνά μεγαλώνει την απόσταση ανάμεσα σε εμένα και την Άννα.
Η παιδική της ηλικία, η μυρωδιά της, η φωνή της, το πρόσωπό της… φοβάμαι ότι όλα αυτά θα αρχίσουν να ξεθωριάζουν και κάτι άλλο θα πάρει τη θέση τους.
Αυτό έχει ήδη αρχίσει να συμβαίνει».
Η μητέρα περιγράφει επίσης ότι συχνά νιώθει την παρουσία της κόρης της στο σπίτι.
«Της μιλάω, διαβάζω τα τετράδιά της, τη ρωτάω και φαντάζομαι ότι μου απαντάει με την όμορφη φωνή της και με συμβουλεύει.
Την κουβαλάω παντού μαζί μου, γιατί δεν μπορώ να την ξεχάσω ούτε και θέλω».
«Μαθαίνεις να ζεις σε μια νέα πραγματικότητα»
Στο τέλος της μαρτυρίας της, η Μαρία-Ελένη εξηγεί πως δεν θέλει οι άλλοι να απαιτούν από εκείνη να «ξεπεράσει» την απώλεια.
«Δεν υπάρχει καμία θεραπεία όταν χάνεις το παιδί σου. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να μάθεις πώς να ζεις σε μια νέα πραγματικότητα.
Η αγάπη εξακολουθεί να υπάρχει και είναι ατελείωτη, όπως και ο πόνος».
Αυτή είναι η προσωπική εμπειρία μιας μητέρας για το δικό της πένθος. Η απώλεια βιώνεται διαφορετικά από κάθε άνθρωπο και δεν υπάρχει ένας μοναδικός τρόπος ή συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα με το οποίο κάποιος οφείλει να πενθήσει.
Μαρία-Ελένη
Μαμά της Άννας












