Υπάρχουν ταινίες που δεν τελειώνουν μαζί με τους τίτλους τέλους. Μένουν στη μνήμη για χρόνια, επειδή καταφέρνουν να μιλήσουν για δύσκολα πράγματα με έναν τρόπο που αγγίζει βαθιά τον θεατή. Μία από αυτές είναι η Η Ζωή είναι Ωραία (La vita è bella) του Ρομπέρτο Μπενίνι.
Η ιταλική ταινία του 1997 συνδυάζει κωμωδία, έρωτα, οικογενειακή αγάπη και τραγωδία, περνώντας από την ανεμελιά του πρώτου μέρους στη φρίκη των ναζιστικών διώξεων και των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Και ακριβώς αυτή η απότομη αλλαγή είναι που την έκανε τόσο ξεχωριστή αλλά και τόσο συζητημένη.
Η ιστορία του Γκουίντο και της Ντόρα
Ο Ρομπέρτο Μπενίνι σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί ως Γκουίντο Ορεφίτσε, ένας ζωηρός, αισιόδοξος και γεμάτος φαντασία άνδρας που φτάνει στην Τοσκάνη και ερωτεύεται την Ντόρα, την οποία υποδύεται η Νικόλετα Μπράσκι.
Το πρώτο μέρος της ταινίας έχει σχεδόν τη μορφή ρομαντικής κωμωδίας. Ο Γκουίντο διεκδικεί την Ντόρα με χιούμορ, αυθορμητισμό και μια σειρά από συμπτώσεις που μοιάζουν βγαλμένες από παραμύθι.
Η ιστορία τους προχωρά, αποκτούν έναν γιο, τον Τζοζουέ, και για λίγο η ζωή τους μοιάζει γεμάτη χαρά. Όμως η άνοδος του φασισμού και οι αντισημιτικές διώξεις αλλάζουν τα πάντα.
Το «παιχνίδι» που δημιουργεί ένας πατέρας για τον γιο του
Ο Γκουίντο, που είναι Εβραίος, και ο μικρός Τζοζουέ συλλαμβάνονται και οδηγούνται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η Ντόρα δεν είναι Εβραία, όμως αποφασίζει να επιβιβαστεί στο ίδιο τρένο για να παραμείνει όσο πιο κοντά μπορεί στην οικογένειά της.
Μέσα στο στρατόπεδο, ο Γκουίντο προσπαθεί να προστατεύσει τον γιο του από το πραγματικό νόημα όσων συμβαίνουν γύρω τους. Του παρουσιάζει την κατάσταση σαν ένα μεγάλο παιχνίδι στο οποίο πρέπει να συγκεντρώσει πόντους, να ακολουθήσει κανόνες και να παραμείνει κρυμμένος για να κερδίσει στο τέλος ένα πραγματικό τανκ.
Ο θεατής γνωρίζει φυσικά την αλήθεια. Και ακριβώς αυτή η απόσταση ανάμεσα σε όσα πιστεύει το παιδί και σε όσα βλέπει ο ενήλικος θεατής δημιουργεί μεγάλο μέρος της συναισθηματικής δύναμης της ταινίας.
Γιατί το χιούμορ δεν εξαφανίζει τη φρίκη
Η επιλογή του Μπενίνι να χρησιμοποιήσει κωμικά στοιχεία σε μια ιστορία που εκτυλίσσεται στο πλαίσιο του Ολοκαυτώματος ήταν ιδιαίτερα τολμηρή.
Η ταινία, όμως, δεν λειτουργεί ως ιστορικό ντοκιμαντέρ ούτε επιχειρεί να αναπαραστήσει με απόλυτο ρεαλισμό την καθημερινότητα ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης. Είναι μια μυθοπλαστική, σχεδόν παραμυθιακή ιστορία για έναν πατέρα που προσπαθεί να δημιουργήσει ένα προστατευτικό πέπλο φαντασίας γύρω από το παιδί του.
Το χιούμορ προέρχεται κυρίως από τον ίδιο τον Γκουίντο και από την προσπάθειά του να διατηρήσει αυτή την ψευδαίσθηση. Δεν καταργεί ούτε αναιρεί τη βαρύτητα όσων συμβαίνουν στο ιστορικό υπόβαθρο της ιστορίας.
Ο Ρομπέρτο Μπενίνι στον ρόλο που σημάδεψε την καριέρα του
Ο Γκουίντο είναι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους χαρακτήρες της καριέρας του Μπενίνι. Στην αρχή εμφανίζεται αστείος, αυθόρμητος και σχεδόν ασταμάτητος. Στο δεύτερο μέρος, όμως, τα ίδια χαρακτηριστικά αποκτούν διαφορετικό νόημα.
Η φαντασία που χρησιμοποιούσε για να εντυπωσιάσει την Ντόρα μετατρέπεται σε μέσο προστασίας του παιδιού του. Το χιούμορ του δεν προέρχεται πλέον από την ανεμελιά, αλλά από την ανάγκη να κρύψει από τον γιο του όσα συμβαίνουν γύρω τους.
Για την ερμηνεία του ο Ρομπέρτο Μπενίνι κέρδισε το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου στην απονομή του 1999.
Η Ντόρα και ο μικρός Τζοζουέ
Η Νικόλετα Μπράσκι δίνει στην Ντόρα μια πιο ήρεμη παρουσία, που λειτουργεί ως αντίβαρο στην εκρηκτική προσωπικότητα του Γκουίντο. Η απόφασή της να ακολουθήσει την οικογένειά της, παρότι η ίδια δεν ανήκει στους ανθρώπους που έχουν διαταχθεί να επιβιβαστούν στο τρένο, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πράξεις του χαρακτήρα της.
Ο Τζόρτζιο Κανταρίνι, στον ρόλο του μικρού Τζοζουέ, βρίσκεται ουσιαστικά στο κέντρο του δεύτερου μέρους της ιστορίας. Η παιδική του οπτική είναι εκείνη που επιτρέπει στον Γκουίντο να δημιουργήσει ολόκληρο το «παιχνίδι» πάνω στο οποίο στηρίζεται η δραματική ιδέα της ταινίας.
Η μουσική που έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της ταινίας
Η μουσική του Νίκολα Πιοβάνι είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της Ζωής είναι Ωραία. Το κεντρικό θέμα κινείται ανάμεσα στην τρυφερότητα και τη μελαγχολία, ακολουθώντας την αλλαγή του ύφους της ιστορίας.
Η δουλειά του Πιοβάνι τιμήθηκε με το Όσκαρ Καλύτερης Πρωτότυπης Δραματικής Μουσικής στην απονομή του 1999.
Οι μεγάλες διακρίσεις της ταινίας
Η διεθνής επιτυχία της ταινίας ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Στο Φεστιβάλ των Καννών του 1998 η La vita è bella απέσπασε το Grand Prix.
Στα Όσκαρ του 1999 ήταν υποψήφια, μεταξύ άλλων, για Καλύτερη Ταινία και Σκηνοθεσία και τελικά κέρδισε τρία βραβεία: Α’ Ανδρικού Ρόλου για τον Ρομπέρτο Μπενίνι, Ξενόγλωσσης Ταινίας για την Ιταλία και Πρωτότυπης Δραματικής Μουσικής για τον Νίκολα Πιοβάνι.
Τι είναι αυτό που μένει μετά τους τίτλους τέλους
Η Ζωή είναι Ωραία δεν υποστηρίζει ότι η αγάπη μπορεί να εξαφανίσει την ιστορική φρίκη ούτε ότι η αισιοδοξία αρκεί για να ξεπεραστούν όλα. Η ίδια η εξέλιξη της ιστορίας δεν επιτρέπει μια τόσο απλή ανάγνωση.
Αυτό που δείχνει είναι κάτι πιο ανθρώπινο: την προσπάθεια ενός πατέρα να προστατεύσει όσο μπορεί το παιδί του μέσα σε συνθήκες που δεν μπορεί να ελέγξει.
Ο Γκουίντο δεν αλλάζει τον κόσμο γύρω του. Δεν μπορεί να σταματήσει τη βία ούτε να ακυρώσει την πραγματικότητα. Μπορεί όμως να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ο γιος του θα βιώσει ένα μικρό μέρος αυτής της πραγματικότητας.
Ίσως γι’ αυτό η ταινία εξακολουθεί να συγκινεί. Πίσω από το χιούμορ, τη μουσική και την παραμυθιακή αφήγηση βρίσκεται μια πολύ απλή σχέση: ένας πατέρας και ένα παιδί.
Και όταν φτάνουν οι τίτλοι τέλους, αυτό που μένει δεν είναι η ιδέα ότι «όλα θα πάνε καλά». Είναι η εικόνα ενός ανθρώπου που, μέσα σε έναν κόσμο που έχει χάσει την ανθρωπιά του, προσπαθεί μέχρι την τελευταία στιγμή να διαφυλάξει ένα μικρό κομμάτι της.












