Το «κόρνερ» είναι μία από τις πιο γνωστές λέξεις του ποδοσφαίρου. Τη χρησιμοποιούν φίλαθλοι, ποδοσφαιριστές, δημοσιογράφοι και προπονητές χωρίς σχεδόν ποτέ να σκέφτονται ότι πρόκειται για αγγλικό δάνειο.
Αν όμως θελήσουμε να το πούμε στα ελληνικά, ποια είναι η σωστή λέξη; Συχνά εμφανίζεται το «γωνιολάκτισμα», όμως η επίσημη ποδοσφαιρική ορολογία στην Ελλάδα χρησιμοποιεί διαφορετική διατύπωση.
Πώς λέγεται επίσημα το κόρνερ στα ελληνικά;
Στους επίσημους Κανόνες Παιχνιδιού της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, ο Κανόνας 17 ονομάζεται «Γωνιαίο λάκτισμα (Κόρνερ)».
Άρα, αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε την επίσημη ελληνική ποδοσφαιρική ορολογία, η σωστή απόδοση είναι γωνιαίο λάκτισμα.
Στην καθημερινότητα, βέβαια, σχεδόν όλοι χρησιμοποιούμε τη λέξη «κόρνερ», η οποία έχει ενσωματωθεί εδώ και δεκαετίες στο ελληνικό ποδοσφαιρικό λεξιλόγιο.
Και τότε τι είναι το «γωνιολάκτισμα»;
Η λέξη γωνιολάκτισμα έχει χρησιμοποιηθεί ως ελληνική απόδοση του αγγλικού corner kick και μπορεί να τη συναντήσει κανείς σε γλωσσικά κείμενα, λεξιλόγια και δημοσιεύματα.
Η λογική της είναι εύκολη: συνδυάζει τη «γωνία» με το «λάκτισμα», δηλαδή το χτύπημα της μπάλας από τη γωνία του γηπέδου.
Δεν είναι λοιπόν μια ακατανόητη ή «λάθος» λέξη. Απλώς δεν είναι η διατύπωση που χρησιμοποιεί σήμερα η ΕΠΟ ως επίσημη ονομασία του Κανόνα 17.
Εκεί συναντάμε το «γωνιαίο λάκτισμα».

Από πού προέρχεται η λέξη «κόρνερ»;
Η ελληνική λέξη «κόρνερ» προέρχεται από το αγγλικό corner, που σημαίνει «γωνία» ή «γωνιακό σημείο».
Η αγγλική λέξη έχει παλαιότερες ρίζες. Προέρχεται από αγγλογαλλικές και παλαιές γαλλικές μορφές που σχετίζονται με τη λέξη corne, δηλαδή «κέρας», και τελικά με το λατινικό cornu.
Η ιδέα της «γωνίας» προέκυψε από την έννοια ενός προεξέχοντος ή γωνιακού σημείου.
Στο ποδόσφαιρο, η λέξη corner χρησιμοποιήθηκε ως συντομευμένη μορφή του corner kick, δηλαδή του λακτίσματος από τη γωνία.
Πότε δίνεται κόρνερ στο ποδόσφαιρο;
Στην πιο συνηθισμένη περίπτωση, κόρνερ καταλογίζεται όταν ολόκληρη η μπάλα περάσει τη γραμμή τέρματος, είτε από το έδαφος είτε από τον αέρα, χωρίς να έχει σημειωθεί γκολ, και τελευταίος την έχει αγγίξει παίκτης της αμυνόμενης ομάδας.
Η μπάλα τοποθετείται στην περιοχή του κόρνερ που βρίσκεται πιο κοντά στο σημείο από όπου πέρασε τη γραμμή τέρματος και εκτελείται από παίκτη της επιτιθέμενης ομάδας.
Οι σύγχρονοι κανονισμοί προβλέπουν πλέον και ορισμένες πρόσθετες περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να καταλογιστεί κόρνερ ως συνέπεια καθυστέρησης στην επανέναρξη του παιχνιδιού.
Μπορεί να μπει γκολ απευθείας από κόρνερ;
Ναι. Οι κανονισμοί επιτρέπουν να σημειωθεί γκολ απευθείας από εκτέλεση κόρνερ, αρκεί η μπάλα να καταλήξει στο τέρμα της αντίπαλης ομάδας.
Το γκολ αυτό συχνά αποκαλείται «ολυμπιακό γκολ» όταν η μπάλα μπαίνει απευθείας από το κόρνερ χωρίς να την αγγίξει άλλος παίκτης.
Γιατί τελικά λέμε όλοι «κόρνερ»;
Η απάντηση είναι κυρίως πρακτική και ιστορική.
Το ποδόσφαιρο οργανώθηκε στη σύγχρονη μορφή του στη Βρετανία και πολλές από τις λέξεις του αθλήματος πέρασαν αυτούσιες ή σχεδόν αυτούσιες σε άλλες γλώσσες.
Στα ελληνικά χρησιμοποιούμε ακόμη καθημερινά όρους όπως «γκολ», «πέναλτι», «φάουλ», «οφσάιντ» και «κόρνερ», παρότι για αρκετούς από αυτούς υπάρχουν ή έχουν χρησιμοποιηθεί ελληνικές αποδόσεις.
Η συχνή χρήση έκανε τη λέξη «κόρνερ» τόσο οικεία ώστε για τους περισσότερους Έλληνες φιλάθλους να ακούγεται απολύτως φυσική.

Ποια λέξη είναι λοιπόν η σωστή;
Αν μιλάμε για την καθημερινή γλώσσα του ποδοσφαίρου, το κόρνερ είναι απολύτως καθιερωμένο και κατανοητό.
Αν θέλουμε την επίσημη ελληνική ονομασία που χρησιμοποιείται στους κανονισμούς της ΕΠΟ, τότε ο όρος είναι γωνιαίο λάκτισμα.
Το γωνιολάκτισμα έχει επίσης χρησιμοποιηθεί ως ελληνική απόδοση και δεν είναι ακατανόητο ως σχηματισμός, αλλά δεν αποτελεί σήμερα την επίσημη διατύπωση της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας.
Με λίγα λόγια: στο γήπεδο θα ακούσεις σχεδόν πάντα «κόρνερ». Στους επίσημους ελληνικούς κανονισμούς θα διαβάσεις «γωνιαίο λάκτισμα».












