Το ζεϊμπέκικο είναι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους χορούς της ελληνικής λαϊκής μουσικής. Είναι αυτοσχεδιαστικό, συνήθως μοναχικό και στενά συνδεδεμένο με το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι.
Για πολλούς ανθρώπους όμως δεν είναι απλώς μια ακολουθία κινήσεων. Είναι ένας προσωπικός τρόπος έκφρασης, στον οποίο ο χορευτής μπορεί να μεταφέρει συναίσθημα, ένταση, χαρά, πόνο ή εσωτερική περισυλλογή χωρίς να χρειάζεται να πει ούτε μία λέξη.
Το ζεϊμπέκικο είναι χορός, αλλά βασίζεται στον αυτοσχεδιασμό
Σε αντίθεση με χορούς που ακολουθούν μια σταθερή χορογραφία, το ζεϊμπέκικο αφήνει μεγάλο περιθώριο προσωπικού αυτοσχεδιασμού. Ο χορευτής κινείται συνήθως μόνος του σε περιορισμένο χώρο και προσαρμόζει τις κινήσεις του στη μουσική και στο συναίσθημα της στιγμής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν διαθέτει μουσική και κινητική δομή. Το ζεϊμπέκικο συνδέεται κυρίως με τον χαρακτηριστικό εννεάσημο ρυθμό, συχνότερα σε 9/8, ενώ υπάρχουν διαφορετικές ρυθμικές παραλλαγές.

Οι ρίζες του βρίσκονται στη Μικρά Ασία
Το ζεϊμπέκικο συνδέεται ιστορικά με τους Ζεϊμπέκηδες και τις περιοχές της δυτικής Μικράς Ασίας. Μορφές του χορού καταγράφονται ήδη κατά την οθωμανική περίοδο, ενώ μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών πέρασε ακόμη περισσότερο στον ελλαδικό χώρο.
Σταδιακά συνδέθηκε στενά με το ρεμπέτικο και αργότερα με το λαϊκό τραγούδι. Μέσα από αυτή την πορεία μεταμορφώθηκε και απέκτησε τη μορφή του προσωπικού, αυτοσχεδιαστικού χορού με την οποία είναι ευρύτερα γνωστό σήμερα.
Γιατί θεωρείται μοναχικός χορός
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του είναι ότι συνήθως χορεύεται από ένα άτομο. Δεν απαιτεί ζευγάρι ούτε ομάδα και, σε πολλές παραδοσιακές εκδοχές του, ο χορευτής καταλαμβάνει έναν σχετικά μικρό χώρο.
Αυτή η μοναχικότητα έχει βοηθήσει να δημιουργηθεί γύρω από το ζεϊμπέκικο ένας ιδιαίτερος συμβολισμός. Έχει συνδεθεί με την εσωτερική έκφραση, τη μοναξιά, την ένταση και τη στενοχώρια, χωρίς όμως αυτά να αποτελούν τα μοναδικά συναισθήματα που μπορεί να εκφράσει.
Δεν είναι αποκλειστικά «χορός της ήττας»
Συχνά το ζεϊμπέκικο περιγράφεται ποιητικά ως «χορός της ήττας», της απώλειας ή του καημού. Αυτή είναι μια ισχυρή πολιτισμική και λογοτεχνική ερμηνεία, όχι όμως ένας αντικειμενικός ορισμός του χορού.
Ο αυτοσχεδιαστικός του χαρακτήρας επιτρέπει διαφορετικές εκφράσεις. Ένας άνθρωπος μπορεί να χορέψει επειδή ένα τραγούδι τον συγκινεί, επειδή βιώνει έντονη χαρά ή νοσταλγία ή απλώς επειδή αισθάνεται βαθιά συνδεδεμένος με τη μουσική.
Δεν χρειάζεται κάποιος να πιει για να χορέψει ζεϊμπέκικο
Το ζεϊμπέκικο έχει συνδεθεί ιστορικά με ταβέρνες, λαϊκά κέντρα και χώρους όπου το ποτό ήταν μέρος της κοινωνικής ζωής. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο χορευτής πρέπει να έχει πιει ή να «φτιάξει κεφάλι» για να μπορέσει να χορέψει.
Η συγκεκριμένη αντίληψη εμφανίζεται και σε λαϊκά τραγούδια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το «Παίξε, Χρήστο, το μπουζούκι» του Βασίλη Τσιτσάνη:
Παίξε, Χρήστο, το μπουζούκι,
ρίξε μια γλυκιά πενιά,
σαν γεμίσω το κεφάλι,
γύρνα το στη ζεϊμπεκιά.
Βασίλης Τσιτσάνης
Οι συγκεκριμένοι στίχοι εκφράζουν τη βιωματική πραγματικότητα ενός λαϊκού τραγουδιού και μιας εποχής. Δεν αποτελούν όμως οδηγίες ή προϋποθέσεις για το πώς «πρέπει» να χορεύεται το ζεϊμπέκικο.
Από ανδρικός χορός σε ελεύθερη προσωπική έκφραση
Για μεγάλο διάστημα το ζεϊμπέκικο θεωρούνταν κυρίως ανδρικός χορός και συνδεόταν με την εικόνα του μάγκα και του ρεμπέτη. Αυτή η κοινωνική αντίληψη άλλαξε σημαντικά κατά τον 20ό αιώνα.
Οι γυναίκες άρχισαν να εμφανίζονται να χορεύουν ζεϊμπέκικο όλο και συχνότερα, μεταξύ άλλων και στον ελληνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του 1960. Σήμερα χορεύεται από άνδρες και γυναίκες και δεν υπάρχει λόγος να παρουσιάζεται ως αποκλειστικό προνόμιο ενός φύλου.
Ένας χορός χωρίς υποχρεωτική χορογραφία
Το ζεϊμπέκικο δεν βασίζεται σε μια αυστηρή σειρά βημάτων που πρέπει να εκτελέσει κάθε χορευτής με τον ίδιο τρόπο. Ο αυτοσχεδιασμός αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του και γι’ αυτό δύο άνθρωποι μπορούν να χορέψουν το ίδιο τραγούδι εντελώς διαφορετικά.
Υπάρχουν όμως χαρακτηριστικές κινήσεις, στάσεις, στροφές και τρόποι με τους οποίους ο χορευτής ακολουθεί τον ρυθμό. Επομένως, το ότι είναι ελεύθερος χορός δεν σημαίνει ότι οποιαδήποτε κίνηση αποτελεί αυτομάτως παραδοσιακό ζεϊμπέκικο.
Οι φιγούρες και οι επιδείξεις δεν είναι κάτι καινούργιο
Συχνά οι επιδείξεις με ποτήρια, καρέκλες ή άλλες δύσκολες φιγούρες απορρίπτονται ως «ψεύτικο» ζεϊμπέκικο. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Ιστορικές περιγραφές δείχνουν ότι στο ζεϊμπέκικο υπήρξαν κατά καιρούς και στοιχεία επίδειξης, δεξιοτεχνίας ή ακόμη και χιούμορ. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε θεαματική φιγούρα αποτελεί μέρος της παράδοσης, αλλά ούτε ότι υπάρχει μία μόνο «αυθεντική» μορφή του χορού.
Η δύναμή του βρίσκεται στην προσωπική έκφραση
Ίσως αυτό είναι τελικά που εξηγεί γιατί το ζεϊμπέκικο εξακολουθεί να έχει τόσο ισχυρή θέση στην ελληνική μουσική ζωή. Δεν απαιτεί από τον χορευτή να εκτελέσει μια συγκεκριμένη χορογραφία για να εντυπωσιάσει τους γύρω του.
Του αφήνει χώρο να ακολουθήσει τον ρυθμό και να μετατρέψει τη μουσική σε προσωπική κίνηση. Για άλλον αυτή η στιγμή μπορεί να εκφράζει πόνο και για άλλον χαρά, ανάμνηση, δύναμη ή απλώς την ανάγκη να αφεθεί για λίγα λεπτά στη μουσική.
Γιατί το ζεϊμπέκικο εξακολουθεί να συγκινεί
Το ζεϊμπέκικο άλλαξε μαζί με την ελληνική κοινωνία. Πέρασε από τη Μικρά Ασία και τον κόσμο του ρεμπέτικου στα λαϊκά κέντρα, στον κινηματογράφο, στις οικογενειακές γιορτές και στις σύγχρονες πίστες.
Παρά τις αλλαγές, ένα βασικό χαρακτηριστικό του παραμένει: ο άνθρωπος που σηκώνεται να χορέψει έχει τη δυνατότητα να κάνει τη μουσική προσωπική υπόθεση. Και ίσως γι’ αυτό ένας χορός με τόσο μεγάλη ιστορία εξακολουθεί να δημιουργεί τόσο έντονα συναισθήματα.
Το ζεϊμπέκικο δεν χρειάζεται να είναι πάντα θρήνος ούτε επίδειξη. Είναι πάνω απ’ όλα ένας αυτοσχεδιαστικός χορός στον οποίο ο καθένας μπορεί να δώσει το δικό του συναίσθημα.
Δημήτρης Μητροπάνος – «Ρόζα» (live από το Ηρώδειο)












