Α, ρε μαμά… Μεγάλωσα. Κοντά σου, μακριά σου, με σένα, χωρίς εσένα. Ήσουν πάντα εκεί, με έναν δικό σου τρόπο. Πώς το κατάφερνες αυτό;
Την ίδια στιγμή που μου φώναζες, που με έβαζες τιμωρία κι εγώ πίστευα πως σε μισώ και πως αυτό δεν θα αλλάξει ποτέ, με ρωτούσες αν πεινάω, αν διάβασα και αν κάνω όσα χρειάζονται για να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου.
Κάθε φορά που έβγαινα από την πόρτα μού έλεγες να προσέχω, να ντυθώ καλά για να μην κρυώσω και να έχω τον νου μου εκεί που θα πάω. Κι όταν επέστρεφα, πάντα οι ίδιες ερωτήσεις: «Πώς πέρασες; Έφαγες; Είσαι καλά;»
Ήσουν εκεί ακόμη κι όταν δεν ήθελα να είσαι
Θυμάμαι να κλειδώνομαι στο δωμάτιό μου και να κλαίω με λυγμούς για έναν εφηβικό έρωτα. Ο κόσμος γύρω μου γκρεμιζόταν και ήμουν σίγουρη πως κανένας άνθρωπος δεν είχε πονέσει ποτέ όσο εγώ.
Εσύ στεκόσουν διακριτικά στην πόρτα και με κοιτούσες. Ήξερες. Ήσουν εκεί, αλλά δεν παραβίαζες τον χώρο μου ούτε όσα ένιωθα. Ίσως επειδή γνώριζες πως κάποια πράγματα πρέπει να τα περάσουμε μόνοι μας, ακόμη κι αν κάποιος στέκεται λίγα βήματα πιο πέρα.
Θυμάμαι και τους καβγάδες μας για την ώρα που θα επέστρεφα σπίτι. Τότε ο χρόνος μού φαινόταν σχετικός κι εγώ θύμωνα, φώναζα και πίστευα πως δεν με καταλαβαίνεις.
Κάποια στιγμή έγινα γυναίκα
Α, ρε μαμά… Έγινα μεγάλη γυναίκα. Φοράω πια τις δικές μου γόβες και περπατάω δίπλα στις δικές σου, γιατί με έναν τρόπο είσαι ακόμη εδώ σε κάθε βήμα.
Φόρεσα ακόμη και τις δικές σου νυφικές γόβες και πήγαμε μαζί σε έναν γάμο. Έλεγες σε όλους πως όταν ήμουν μικρή τις φορούσα κρυφά και μετά σου ζητούσα να μου τις κρατήσεις για όταν μεγαλώσω. Και τις κράτησες.
Όλα ήθελες να μου τα δώσεις. Όσα ζητούσα και ακόμη περισσότερα από εκείνα που δεν ήξερα καν ότι χρειαζόμουν.
Μεγάλωσα αλλά άργησα να καταλάβω κάτι
Για χρόνια σε έβλεπα μόνο ως «μαμά». Άργησα να καταλάβω ότι πίσω από αυτόν τον ρόλο υπάρχει ένας άνθρωπος. Μια γυναίκα με φόβους, ανάγκες, όνειρα, κούραση και στιγμές που ίσως ήθελες κι εσύ κάποιον να σε ρωτήσει αν είσαι καλά.
Και πάλι σου έβαλα τις φωνές. Και πάλι εσύ μου έδωσες χρόνο μέχρι να γυρίσω κοντά σου.
Πώς το κάνεις αυτό; Πώς γίνεται να με παίρνεις τηλέφωνο και να με ρωτάς αν έφαγα και αν ντύθηκα καλά, όταν εγώ, ενήλικη πια, κλαίω ξανά για έναν έρωτα;
Πάντα μου φαίνονταν λίγο γραφικές αυτές οι ερωτήσεις. Κι όμως, πάντα έχω ανάγκη να τις ακούσω.
Τώρα που σκέφτομαι να γίνω κι εγώ μαμά
Α, ρε μαμά… Τώρα που σκέφτομαι ότι κάποια μέρα μπορεί να γίνω κι εγώ μητέρα, φοβάμαι. Και ξαφνικά στα μάτια μου μοιάζεις με ήρωα.
Πώς τα έκανες όλα αυτά; Υπάρχει άραγε κάποιο μαγικό φίλτρο που πίνει κανείς πριν γίνει γονιός; Είναι μια μάχη στην οποία μπαίνεις χωρίς όπλα και πανοπλία και απλώς μαθαίνεις στην πορεία;
Για μένα είσαι αυτή η μία. Δεν μπορώ να φανταστώ πολλούς ανθρώπους που θα μπορούσαν να με αντέξουν, να με αγαπήσουν, να με αγκαλιάσουν και να με στηρίξουν ύστερα από τόσους καβγάδες, κόντρες και φουρτούνες.
Δεν ήμουν πάντα εύκολο παιδί. Εσύ όμως ήσουν επίμονη σε ένα πράγμα: να είσαι εκεί.
Μεγάλωσα κι ακόμη σε χρειάζομαι
Α, ρε μαμά… Μεγάλωσα κι ακόμα σε έχω ανάγκη. Πάντα θα σε έχω, ακόμη κι αν όταν ήμουν μικρή έλεγα πως δεν σε χρειάζομαι και πως μπορώ μόνη μου.
Εσύ λες στους άλλους πόσο περήφανη σε κάνω κι εγώ κάποιες νύχτες σκέφτομαι πόσα «συγγνώμη» δεν σου είπα και πόσα «ευχαριστώ» σου χρωστάω.
Και κάπου βαθιά υπάρχει πάντα ένας φόβος. Μήπως έρθει κάποτε η μέρα που θα σε φωνάζω και δεν θα μπορείς να έρθεις.
Η πιο γλυκιά λέξη
«Μαμά». Μια λέξη τόσο μικρή και τόσο μεγάλη μαζί. Μία από τις πρώτες που μαθαίνουμε να λέμε και μία από εκείνες που κουβαλάμε μαζί μας για ολόκληρη τη ζωή.
Μου αρέσει να σκέφτομαι πως αυτό το πρώτο «μα» είναι άλλοτε η αρχή ενός παραπόνου, άλλοτε μιας ανάγκης και άλλοτε μιας λέξης που σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο από όσα μπορούν να χωρέσουν δύο συλλαβές.
Μαμά, σε αγαπώ. Και τώρα ξέρω κάτι που όταν ήμουν παιδί δεν μπορούσα να καταλάβω: δεν είσαι ένας σούπερ ήρωας από παραμύθι. Είσαι άνθρωπος. Γυναίκα. Μαμά. Φίλη.
Και ίσως γι’ αυτό όσα έκανες έχουν ακόμη μεγαλύτερη αξία.
Α, ρε μαμά… Ρώτα με. Μη σταματάς να με ρωτάς αν έχω φάει και αν ντύθηκα καλά για να μην κρυώσω. Κάποτε γελούσα με αυτές τις ερωτήσεις. Τώρα ξέρω ότι μέσα τους κρυβόταν πάντα ένας από τους πιο απλούς τρόπους να μου λες «σ’ αγαπώ».












